Μετάφραση τῆς Ἀποστολικῆς περικοπῆς
Ἀδελφοί, ἐπειδή ξέρουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν σώζεται ἀπό τά ἔργα τοῦ νόμου, ἀλλά
μόνον ἀπό τήν πίστη στόν Ἰησοῦ Χριστό, γι᾿ αὐτό καί ἐμεῖς πιστέψαμε στόν Ἰησοῦ
Χριστό γιά νά σωθοῦμε μέ τήν πίστη στόν Χριστό καί ὄχι ἀπό τά ἔργα τοῦ νόμου,
γιατί ἀπό τά ἔργα τοῦ νόμου κανείς ἄνθρωπος δέν πρόκειται νά σωθεῖ. Καί ἄν στήν
προσπάθειά μας νά σωθοῦμε ἀπό τόν Χριστό, βρεθήκαμε καί ἐμεῖς ἁμαρτωλοί,
αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ Χριστός εἶναι διάκονος τῆς ἁμαρτίας; Ὄχι βέβαια. Γιατί, ἄν
ὅ,τι γκρέμισα τό ξανακτίζω, τότε ἀποδεικνύομαι ὅτι διέπραξα παράβαση πού τό
γκρέμισα. Γιατί μέσω τοῦ νόμου ἐγώ πέθανα γιά τόν νόμο, γιά νά ζήσω μέ τόν Θεό.
Ὁ παλαιός μου ἑαυτός σταυρώθηκε μαζί μέ τόν Χριστό καί ἔτσι πλέον δέν ζῶ ἐγώ,
ἀλλά μέσα μου ζεῖ ὁ Χριστός. Αὐτό πού ζῶ μέσα μου τώρα, τό ζῶ μέ τήν πίστη
στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ πού μέ ἀγάπησε καί παραδόθηκε γιά μένα στόν θάνατο.
(Ἀπό τή νέα ἔκδοση: Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)
Η ΖΩΗ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩι
Ἀπευθυνόμενος στούς Γαλάτες, ὁ Παῦλος ὁμολογεῖ ὅτι, γιά νά ζήσει μέ
τόν Θεό, ἔπρεπε νά νεκρώσει μέσα του τίς διατάξεις τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ἀφοῦ ὁ Χριστός ἦταν ἡ πλήρωση τοῦ Νόμου, ἄρα ἀνώτερος τοῦ
Νόμου. Ἡ διευκρίνιση αὐτή προέκυψε ὡς ἀπάντηση στήν κυρίαρχη ἄποψη μεταξύ τῶν πρώτων χριστιανῶν, κυρίως ὅσων προέρχονταν ἀπό τόν
Ἰουδαϊκό κόσμο, σύμφωνα μέ τήν ὁποία, ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά
τήν εἴσοδο ἑνός νέου μέλους στήν Ἐκκλησία ἦταν ἡ τήρηση τῶν θρησκευτικῶν ὑποχρεώσεων καί τύπων πού ὅριζε ὁ Νόμος. Ὁ Ἀπόστολος
διακηρύττει ὅτι, διά τοῦ Βαπτίσματος, σταυρώθηκε γιά τόν Χριστό, καί,
πλέον, ζεῖ μέσα του ὁ Χριστός. Ὁ Παῦλος ἀναφέρεται σαφῶς στήν ἐν
Χριστῷ ζωή, πού βιώνει μέσα στήν Ἐκκλησία, τήν ὁποία καλούμαστε νά
ζήσουμε ὅλοι ὅσοι συνειδητῶς γινόμαστε μέλη της.
Ἡ ἀξία τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος
Τό ἐρώτημα εἶναι πῶς μπορεῖ νά μορφωθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός, γιά
νά βιώσουμε τήν ἐν Χριστῷ ζωή. Ἀπάντηση δίνουν οἱ στρατιές τῶν
Ἁγίων, ἡ μελέτη τῆς ζωῆς τῶν ὁποίων μᾶς ἀποκαλύπτει τά μυστικά τῆς
ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ἐξ ὀνόματός τους ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκει ὅτι «ἀρχή τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς εἶναι τό ἅγιο Βάπτισμα, πού συνιστᾶ
τύπο τῆς ταφῆς καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου». Τό Βάπτισμα εἶναι τό
Μυστήριο τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἀνθρώπου στή νέα ἐν Χριστῷ πραγματικότητα. Εἶναι ἡ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιά τή συμμετοχή στή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας καί κυρίως στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας,
μέ τήν ὁποία ἐπιτυγχάνεται ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό. Τό Βάπτισμα εἶναι ἡ
βάση αὐτῆς τῆς ἑνώσεως. Εἶναι τό μυστήριο πού «ἐλευθερώνει ἀπό τίς
ἁμαρτίες, συμφιλιώνει τόν Θεό μέ τόν ἄνθρωπο, κάνει τόν ἄνθρωπο υἱό
τοῦ Θεοῦ, ἀνοίγει τά μάτια τῆς ψυχῆς, δίνει τήν αἴσθηση τοῦ θείου φωτός, μέ λίγα λόγια, προετοιμάζει γιά τή μέλλουσα ζωή», κατά τόν ἅγιο
Νικόλαο Καβάσιλα.
Ἡ μεσότητα στήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν
Ὁ Παλαμᾶς διδάσκει, ἐπίσης, ὅτι στήν ἐν Χριστῷ ζωή «ἡ μεσότητα
εἶναι ὁ βίος τῆς ἀρετῆς καί ἡ Εὐαγγελική ζωή». Ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν
δέν εἶναι αὐτοσκοπός, ἀλλά μέσον γιά τή βίωση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Ἡ
διευκρίνιση αὐτή κρίνεται ἀναγκαία, γιατί, πολλές φορές, ἀναπτύσσεται
ἡ αἴσθηση ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά ἐργάζεται γιά νά πληθαίνουν μέσα
του οἱ ἀρετές, κάτι ὅμως πού μπορεῖ νά πράξει καί ἕνας μή χριστιανός,
ὑπακούοντας ἁπλῶς στήν ἐπιταγή τῆς συνειδήσεώς του, γιά νά γίνει
ἕνας καλός ἄνθρωπος. Στήν Ὀρθόδοξη ἀντίληψη, ὅμως, οἱ ἀρετές βοηθοῦν νά μορφωθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός. Ὅπως διασώζεται στόν «Εὐεργετινό», «ἀρετή δέν εἶναι ἡ ἐπίδειξη πολλῶν καί διαφόρων πράξεων,
πού ἐπιτελοῦνται μέσῳ τοῦ σώματος, ἀλλά τό περιεχόμενο τῆς σοφῆς
καρδιᾶς, τήν ὁποία στηρίζει ἡ ἐλπίδα πρός τόν Θεό. Τήν καρδιά αὐτή
συνδέει πρός τά κατά Θεόν ἐπιτελούμενα ἔργα ὁ ὀρθός σκοπός».
Αὐτός ὁ σκοπός εἶναι ἡ βίωση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ἡ ὁποία, κατά τόν
Παλαμᾶ, «τελειώνεται μέ τούς πνευματικούς ἀγῶνες καί τή νίκη κατά
τῶν παθῶν». Ὁ ἴδιος μᾶς ὑποδεικνύει τήν αἰτία πού προκαλεῖ μέσα μας
τήν παθογόνο κατάσταση, προκειμένου νά μᾶς βοηθήσει στήν ἀντιμετώπισή της: «Αἰτία πού προκαλεῖ ὅλα τά πάθη εἶναι ἡ ἀπάτη τοῦ κόσμου.
Αὐτή προσκολλάει τόν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου στά κτίσματα, τοῦ ἐπισωρεύει
πάθη καί, ἀφοῦ τόν κάνει μυριοπαθῆ, τόν χωρίζει ἀπό τόν ἀπαθῆ Θεό.
Γιατί, μόλις ὁ ἄνθρωπος ἀνοίξει τή θύρα τοῦ νοῦ στά πάθη, ὁ νοῦς
σκορπίζεται καί περιπλανᾶται ὅλη τήν ὥρα σέ σαρκικά καί γήινα πράγματα, στίς κάθε λογῆς ἡδονές καί στούς ἐμπαθεῖς λογισμούς, οἱ ὁποῖοι
προκαλοῦνται ἀπ’ αὐτές».
Ἡ βίωση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς ἐξαρτᾶται ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς μυστηριακῆς ζωῆς, ἀπό τήν ἐμπειρία τῶν ἀρετῶν καί τόν πνευματικό μας
ἀγῶνα κατά τῶν παθῶν. Αὐτή ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ μέσα μας εἶναι ἡ ζωή
μέ τόν Χριστό. Αὐτό εἶναι τό ζωντανό αἴτημα τῶν τόσο χαλεπῶν καιρῶν
μας γιά νά ζήσουμε ὡς ἀληθινοί ἄνθρωποι καί νά γίνουμε ἀγαπητικοί
πρός ὅλους, γιατί θά ἔχουμε καταφέρει νά μορφώσουμε μέσα μας τόν
ἴδιο τόν Χριστό. Ἀμήν!
Ἀρχιμ. Ἐ. Οἰκ.ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή Ε΄ Λουκά, 02/11/2025
Λουκ. ιστ΄ 19-31
Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος
Εἶπεν ὁ Κύριος· ῎Ανθρωπος τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς. Πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. ᾿Εγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον ᾿Αβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. Καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν ᾿Αβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. Καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· Πάτερ ᾿Αβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. Εἶπε δὲ ᾿Αβραάμ· Τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. Εἶπε δέ· ᾿Ερωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. Λέγει αὐτῷ ᾿Αβραάμ· ῎Εχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. ῾Ο δὲ εἶπεν· Οὐχί, πάτερ ᾿Αβραάμ, ἀλλ᾿ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. Εἶπε δὲ αὐτῷ· Εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
Απόδοση στη Νέα Ελληνική
Εἶπε ὁ Κύριος· «Κάποιος ἄνθρωπος ἦταν πλούσιος, φοροῦσε πολυτελὴ ροῦχα καὶ τὸ τραπέζι του κάθε μέρα ἦταν λαμπρό. Κάποιος φτωχὸς ὅμως, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λάζαρο, ἦταν πεσμένος κοντὰ στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ τοῦ πλουσίου, γεμάτος πληγές, καὶ προσπαθοῦσε νὰ χορτάσει ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου. ῎Ερχονταν καὶ τὰ σκυλιὰ καὶ τοῦ ἔγλειφαν τὶς πληγές. Κάποτε πέθανε ὁ φτωχός, καὶ οἱ ἄγγελοι τὸν πῆγαν κοντὰ στὸν ᾿Αβραάμ. Πέθανε κι ὁ πλούσιος καὶ τὸν ἔθαψαν. Στὸν ἅδη ποὺ ἦταν καὶ βασανιζόταν, σήκωσε τὰ μάτια του καὶ εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸν ᾿Αβραὰμ καὶ κοντά του τὸν Λάζαρο. Τότε φώναξε ὁ πλούσιος καὶ εἶπε· “πατέρα μου ᾿Αβραάμ, σπλαχνίσου με καὶ στεῖλε τὸν Λάζαρο νὰ βρέξει μὲ νερὸ τὴν ἄκρη τοῦ δάχτυλού του καὶ νὰ μοῦ δροσίσει τὴ γλώσσα, γιατὶ ὑποφέρω μέσα σ’ αὐτὴ τὴ φωτιά”. ᾿Ο ᾿Αβραὰμ ὅμως τοῦ ἀπάντησε· “παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσὺ ἀπόλαυσες τὴν εὐτυχία στὴ ζωή σου, ὅπως κι ὁ Λάζαρος τὴ δυστυχία. Τώρα λοιπὸν αὐτὸς χαίρεται ἐδῶ, κι ἐσὺ ὑποφέρεις. Κι ἐκτὸς ἀπ’ ὅλα αὐτά, ὑπάρχει ἀνάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ὥστε αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ διαβοῦν ἀπὸ ᾿δῶ σ’ ἐσᾶς νὰ μὴν μποροῦν· οὔτε οἱ ἀπὸ κεῖ μποροῦν νὰ περάσουν σ’ ἐμᾶς”. Εἶπε πάλι ὁ πλούσιος· “τότε σὲ παρακαλῶ, πατέρα, στεῖλε τον στὸ σπίτι τοῦ πατέρα μου, νὰ προειδοποιήσει τοὺς πέντε ἀδελφούς μου, ὥστε νὰ μὴν ἔρθουν κι ἐκεῖνοι σ’ αὐτὸν ἐδῶ τὸν τόπο τῶν βασάνων”. ῾Ο ᾿Αβραάμ τοῦ λέει· “ἔχουν τὰ λόγια τοῦ Μωυσῆ καὶ τῶν προφητῶν· ἂς ὑπακούσουν σ’ αὐτά”. “῎Οχι, πατέρα μου ᾿Αβραάμ”, τοῦ λέει ἐκεῖνος, «δὲν ἀρκεῖ· ἀλλὰ ἂν κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκροὺς πάει σ’ αὐτούς, θὰ μετανοήσουν”. Τοῦ λέει τότε ὁ ᾿Αβραάμ· “ἂν δὲν ὑπακοῦνε στὰ λόγια τοῦ Μωυσῆ καὶ τῶν προφητῶν, ἀκόμη κι ἂν ἀναστηθεῖ κάποιος ἀπὸ τοὺς νεκρούς, δέν πρόκειται νὰ πεισθοῦν”».agiamarinailision.
