ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

Ε’. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ’. 12-35). 14/12/2025

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ὁ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα· καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτὸν θαυμάζων τὸ γεγονός. Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς· καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν, καί αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς· οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶνἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν. Εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες, καὶ ἐστὲ σκυθρωποί;Ἀποκριθείς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν· σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις  ταύταις; Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ποῖα; Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ·τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ· ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου, καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν; ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ. Ἀλλά γε σὺν πᾶσι τούτοις τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον, ἀφ’ οὗ ταῦτα ἐγένετο. Ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς, γενόμεναι ὂρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ, ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν. Καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον· αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον. Καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ Προφῆται.Οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ; Καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν, διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς Γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ. Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι. Καὶ παρεβιάσαντο αὐτόν λέγοντες· μεῖνον μεθ’ ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα. Καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ’ αὐτῶν, λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν·καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν. Καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς Γραφάς; Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ,ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς,λέγοντας, ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως, καὶ ὤφθηΣίμωνι. Καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ, καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.

Ε΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ’. 12-35).

Κατά τόν καιρό ἐκεῖνο ὁ Πέτρος σηκώθηκε καί ἔτρεξε στό μνημεῖο καί σκύβοντας βλέπει τούς νεκρικούς ἐπιδέσμους νά εἶναι μόνοι χωρίς τό σῶμα κάτω στό δάπεδο, καί ἐπέστρεψε, στό κατάλυμα ὅπου ἔμενε, θαυμάζοντας γι’ αὐτό πού ἔγινε. Καί νά, δύο ἀπό τούς Μαθητές πήγαιναν τήν ἴδια ἡμέρα σἐ ἔνα χωριό πού ἀπεῖχε ἑξήντα στάδια (ἕνδεκα περίπου χιλιόμετρα) ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ πού λεγόταν Ἐμμαούς· καί αὐτοί μιλοῦσαν μεταξύ τους γιά ὅλα αὐτά πού ἔγιναν. Καί συνέβη, ἐνῷ μιλοῦσαν αὐτοί καί συζητοῦσαν, αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς τούς πλησίασε καί πήγαινε μαζί τους· καί τά μάτια τους ἐμποδίζονταν, γιά να μή τόν ἀναγνωρίσουν. Καί τούς εἶπε· ποιά εἶναι τά ζητήματα αὐτά τά ὁποῖα συζητεῖτε μεταξύ σας περιπατώντας καί εἶστε σκυθρωποί; Καί ἀποκρίθηκε ὁ ἕνας πού λεγόταν Κλεόπας καί τοῦ εἶπε· Ἐσύ μόνος ἀπό τούς ξένους μένεις στήν Ἱερουσαλήμ καί δέ γνωρίζεις ὅσα ἔγιναν σ’ αὐτήν αὐτές τίς ἡμέρες; Καί τούς εἶπε· ποιά; Καί ἐκεῖνοι τοῦ εἶπαν·αὐτά πού ἔγιναν σχετικά μέ τόν Ἰησοῦ τόν Ναζωραῖο, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε Προφήτης δυνατός σέ ἔργα καί λόγια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ὅλου τοῦ λαοῦ, καί πῶς τόν παρέδωσαν οἱ ἀρχιερεῖς καί οἱ ἄρχοντές μας σέ καταδίκη θανάτου καί τόν σταύρωσαν; κι’ ἐμεῖς ἐλπίζαμε, ὅτι αὐτός εἶναι ἐκεῖνος πού ἐπρόκειτο νά σώσει τόν Ἰσραήλ. Ὅμως μαζί μέ ὅλα αὐτά εἶναι ἡ τρίτη ἡμέρα σήμερα ἀφότου ἔγιναν αὐτά(καί δέν συνέβη τίποτε). Ἀλλά καί κάποιες γυναῖκες ἀπό ἐμᾶς μᾶς ἐξέπληξαν γιατί πῆγαν πολύ πρωΐ στό μνημεῖο,καί ἀφοῦ δέ βρῆκαν τό σῶμα του, ἦλθαν λέγοντας ὅτι εἶδαν καί ὀπτασία (ἐμφάνιση) Ἀγγέλων, πού ἔλεγαν ὅτι αὐτός ζεῖ. Καί πῆγαν μερικοί ἀπό μᾶς στό μνημεῖο καί βρῆκαν τά πράγματα ἔτσι, ὅπως εἶπαν καί οἱ γυναῖκες, ἀλλά αὐτόν δέν τόν εἶδαν. Καί ὁ Ἰησοῦς εἶπε σ’ αὐτούς· Ὦ ἀνόητοι καί βραδυκίνητοι στήν καρδιά, στό νά πιστεύετε ὅλα, ὅσα εἶπαν οἱ Προφῆτες! Δέν ἔπρεπε ὁ Χριστός νά πάθει αὐτά καί νά εἰσέλθει στή δόξα του; Καί ἀφοῦ ἄρχισε ἀπό ὅσα εἶπε ὁ Μωυσῆς καί ὅλοι οἱ Προφῆτες, ἐξηγοῦσε σ’αὐτούς τά γραφόμενα σχετικά μέ αὐτόν σέ ὅλες τίς Γραφές. Καί πλησίασαν στό χωριό, ὅπου πήγαιναν καί ὁ ἴδιος προσποιήθηκε, ὅτι θά προχωροῦσε μακρύτερα. Καί τόν ἀνάγκασαν παρακαλώντας καί λέγοντας· μεῖνε μαζί μας,γιατί πλησιάζει νά βραδυάσει καί προχώρησε ἡ ἡμέρα πρός τή Δύση. Και μπῆκε στό σπίτι γιά νά μείνει μαζί τους.Καί συνέβη τό ἑξῆς: Ὅταν κάθισε αὐτός μαζί τους, πῆρε τό ψωμί τό εύλόγησε καί ἀφοῦ τό τεμάχισε τό ἔδινε σ’ αὐτούς.Καί ἄνοιξαν τά μάτια τους καί τόν ἀναγνώρισαν καλά·ἀλλά Ἐκεῖνος ἔγινε ἄφαντος ἀπ’ αὐτούς. Καί εἶπαν μεταξύ τους· δέν καιγόταν ἡ καρδιά μας μέσα μας, καθώς μᾶς μιλοῦσε στό δρόμο καί μᾶς ἐξηγοῦσε τίς Γραφές; Καί ἀφοῦ σηκώθηκαν τήν ἴδια ὥρα, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ καί βρῆκαν συγκεντρωμένους τούς ἕνδεκα Μαθητές καί τούς ἄλλους πού ἦταν μαζί τους, πού ἔλεγαν, ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος ἀληθινά καί ἐμφανίσθηκε στόν Σίμωνα (τόν Πέτρο). Καί αὐτοί διηγοῦνταν, ὅσα συνέβησαν στό δρόμο, καί πῶς ἀναγνωρίσθηκε ἀπ΄ αὐτούς, στόν τεμαχισμό τοῦ ἄρτου.

Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Κολ. γ´ 4-11) 14 Δεκεμβρίου 2025

Μετάφραση τῆς Ἀποστολικῆς περικοπῆς
Ἀδελφοί, ὅταν ὁ Χριστός, πού εἶναι ἡ ζωή μας, φανερωθεῖ πάλι, κατά τή Δευτέρα
Παρουσία, τότε καί ἐσεῖς θά φανερωθεῖτε δοξασμένοι μαζί μ᾿ αὐτόν. Λοιπόν, νεκρώσατε τά μέλη σας, πού ρέπουν πρός τά γήινα, δηλαδή πρός τήν πορνεία, τήν
ἠθική ἀκαθαρσία, τό πάθος, τήν κακή ἐπιθυμία καί τήν πλεονεξία, πού εἶναι εἰδωλολατρία, γιά τά ὁποῖα ἔρχεται ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ ἐπάνω σ᾿ ὅσους ἀπειθοῦν συστηματικά στό θέλημά του, καί τά ὁποῖα γήινα διαπράττατε καί ἐσεῖς στό παρελθόν,
ὅταν ζούσατε ἀνάμεσα στούς ἀπειθεῖς. Τώρα ὅμως, ἀποβάλλετέ τα καί ἐσεῖς ὅλα,
τήν ὀργή, τόν θυμό, τήν κακία, τή βλασφημία, τήν αἰσχρολογία τοῦ στόματός σας.
Νά μήν ψεύδεστε ὁ ἕνας στόν ἄλλον, ἀφοῦ ἔχετε ἤδη βγάλει ἀπό ἐπάνω σας τόν
παλαιό σας ἑαυτό μέ τίς πράξεις του καί ἔχετε φορέσει τόν καινούργιο, πού ἀνανεώνεται διαρκῶς, ὥστε νά φθάσει στήν πλήρη γνώση τοῦ Δημιουργοῦ του καί ν᾿
ἀποτελεῖ εἰκόνα του, δηλαδή σέ κατάσταση ὅπου δέν ὑπάρχει πλέον διάκριση ἀνά –
μεσα σέ Ἕλληνα καί Ἰουδαῖο, σέ περιτμημένους καί ἀπερίτμητους, σέ βαρβάρους,
σέ Σκύθες, σέ δούλους καί σέ ἐλευθέρους, ἀλλά ὁ Χριστός εἶναι ὅλα καί μέσα σ᾿
ὅλα.
(Ἀπό τή νέα ἔκδοση: Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)

ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Οἱ θρησκευτικές, κοινωνικές καί φυλετικές διακρίσεις χώριζαν τούς
ἀνθρώπους καί πυροδοτοῦσαν τά πάθη στήν πρό Χριστοῦ ἐποχή. Ὅλα
αὐτά ἀναθεωρήθηκαν ἀπό τόν Θεάνθρωπο Κύριο, μέσα στήν Ἐκκλησία.
Αὐτό διδάσκει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς χριστιανούς τῶν Κολοσσῶν,
ἐπισημαίνοντας τήν ἀνάγκη νά ἀποβάλουν ἀπό τή ζωή τους ὅλα τά
φθαρμένα ὑλικά τοῦ παλαιοῦ τους βίου, πού συνιστοῦσαν εἰδωλολατρία, καί νά ἐνδυθοῦν τόν νέο ἀνακαινισμένο ἄνθρωπο, κατ’ εἰκόνα Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου, πού ἀνέλυσαν καί προσέφεραν
στά ἔθνη οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, εἶναι ἡ βάση πάνω στήν ὁποία γεννήθηκαν
καί διαδόθηκαν, μέχρι τίς μέρες μας, τά πολυθρύλητα ἀνθρώπινα δικαιώματα.
Ἡ ὑποτίμηση τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου
Ὁ σεβασμός τῶν ποικίλων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων εἶναι ἡ βάση γιά
τήν κοινωνική εἰρήνη καί ἰσορροπία. Γι’ αὐτά χύθηκαν ποταμοί αἱμάτων
στή διάρκεια τῆς ἱστορίας, γράφτηκαν τόμοι ἐπαναστατικῶν διακηρύξεων, ἀλλά τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἀσθενικό. Στόν 21ο αἰώνα οἱ φυλετικές διακρίσεις, οἱ κοινωνικές ἀνισότητες, οἱ θρησκευτικές διώξεις, οἱ ἐθνικές
ἐκκαθαρίσεις συνιστοῦν τραγική πραγματικότητα. Ὅπου ἀπουσιάζει τό
πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί οἱ ἄνθρωποι ἐχθρεύονται τήν ἀλήθεια τοῦ Ἰησοῦ
Χριστοῦ, οἱ λαοί ἀγριεύουν, δοκιμάζονται καί ὑποφέρουν. Ἀλλά καί σέ
χριστιανικά, κατ’ ὄνομα, περιβάλλοντα, ὅπου ὁ Χριστός τίθεται στό περιθώριο τοῦ κοινωνικοῦ βίου καί τό πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας γίνεται ἀντικείμενο χλευασμοῦ καί περιφρόνησης, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο προσβάλλεται καί ὑποτιμᾶται. Γι’ αὐτό, τόσος λόγος γίνεται στήν ἐποχή μας γιά τά
ἀνθρώπινα δικαιώματα, γιατί, πλέον, εἶναι «εἶδος ἐν ἀνεπαρκείᾳ».Τό Εὐαγγέλιο φωτίζει τή συνείδηση
Ἡ πλήρης ἀποτυχία τῶν ἀγώνων γιά τά ἀνθρώπινα δικαιώματα ὀφείλεται, ἐν πολλοῖς, στό γεγονός ὅτι στηρίχθηκαν στίς ὑλιστικές ἀρχές
τοῦ οὑμανιστικοῦ Διαφωτισμοῦ, πού θέλησε νά ἀποβάλει ἀπό τίς κοινωνίες τήν αἴσθηση τοῦ θείου καί ἱεροῦ. Ὅπως τόνιζε μέ ἔμφαση μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος: «Ὁ ἄθεος οὑμανισμός ἔκανε τό λάθος ν’ αὐτονομήσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό καί νά τόν ἀναγορεύσει ἀνεξάρτητη
ὕπαρξη, στηριγμένη σέ μόνη τή δική της δύναμη. Καί τό ἀποτέλεσμα
ὑπῆρξε ἡ καταπάτηση τῆς ἀνθρώπινης εἰκόνας, τό γκρέμισμα τοῦ ἀνθρώπινου εἰδώλου στό χάος τῆς ἄρνησης κάθε ἀνθρώπινης ἀξίας. Τό
Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἀντίθετα, μορφώνοντας μέσα στόν καθένα μας
τή συνείδηση τῆς ἀληθινῆς του προέλευσης καί καταγωγῆς καί τοῦ
ἀληθινοῦ του προορισμοῦ, συνθέτει ἕναν αὐθεντικό οὑμανισμό, ἕναν
ἀνθρωπισμό μέ ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού σέβεται τήν προσωπικότητα
καί ἐλευθερία τοῦ ἄλλου. Ὁ ἄθεος οὑμανισμός ὕψωσε τείχη ἀνάμεσα
στούς ἀνθρώπους, τούς χώρισε σέ τάξεις, τούς στέρησε τό δῶρο τῆς
ἐλευθερίας, τούς ἔριξε στά Γκουλάγκ τῆς ἀνελευθερίας καί στά Ἀπαρτχάϊντ τῶν φυλετικῶν διακρίσεων, τούς διέστρεψε τίς διαστάσεις μέ τό
παραμορφωτικό κάτοπτρο τοῦ ὑλισμοῦ καί εὐδαιμονισμοῦ… Τό δικαίωμα γιά ζωή καί ἐλευθερία δέν εἶναι περιεχόμενο μιᾶς ἰδεολογίας ἤ μιᾶς
θεωρίας· εἶναι ὑπόθεση τῆς συνείδησης τοῦ ἀνθρώπου, τῆς φωτισμένης, ὅμως, ἀπό τή θεία Ἀποκάλυψη καί ὄχι τῆς αὐτονομημένης καί χειραφετημένης ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μιά τέτοια συνείδηση διακινδυνεύει τήν περιπλάνησή της στούς ἀτέρμονες δαιδάλους τῆς κοσμικῆς
σκέψης, ἐνῶ ὁ κίνδυνος γιά μιά οὐσιαστική ἀποτυχία ἀπό τόν στόχο ἔχει
τώρα αὐξημένες πιθανότητες πραγμάτωσης».
Ἡ Ἐκκλησία μας πάντοτε θά ἐργάζεται γιά τή διαφύλαξη καί προαγωγή τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἀκριβῶς γιατί τό χριστιανικό μήνυμα
τῆς σωτηρίας καί ἡ ἀλήθεια τῆς Ἀποκάλυψης ἀφοροῦν τόν ἄνθρωπο
στήν ὁλότητά του. Ἡ Ἐκκλησία μας πάντοτε θά προβάλλει ὡς ὑπόδειγμα εἰρηνικῆς συμβίωσης καί κοινωνικῆς ἰσορροπίας τήν ἀρχέγονη κοινοτική της παράδοση, ἡ ὁποία διασώζεται ἀπόλυτα στήν ἔκφραση τοῦ
κοινοβιακοῦ μοναχισμοῦ, ἀλλά καί στήν ἐνοριακή της πρακτική.
Ἡ Ἐκκλησία μας διαρκῶς θά παλεύει γιά τήν ἀνόρθωση τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας καί τή διαφύλαξη τῆς ἀκεραιότητας τοῦ προσώπου,
γιατί στόν κάθε ἄνθρωπο βλέπει τή ζωντανή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅπου τό μήνυμά της γίνεται ἀντιληπτό καί βρίσκει εὐήκοα ὦτα, τότε ἡ ἐλπίδα γιά
ἕναν ὄντως ἀνθρώπινο κόσμο καί μιά ἀληθινά εὐημεροῦσα κοινωνία θά
παραμένει πάντοτε ζωντανή.
Ἀρχιμ. Ἐ. Οἰκ.ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ.

Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή ΙΑ’ Λουκά, 14/12/2025

Λουκ. ιδ΄ 16-24, Ματθ. κβ΄ 14

Η παραβολή του Μεγάλου Δείπνου

16 Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· ἄνθρωπός τις ἐποίησε δεῖπνον μέγα καὶ ἐκάλεσε πολλούς· 17 καὶ ἀπέστειλε τὸν δοῦλον αὐτοῦ τῇ ὥρᾳ τοῦ δείπνου εἰπεῖν τοῖς κεκλημένοις· ἔρχεσθε, ὅτι ἤδη ἕτοιμά ἐστι πάντα. 18 καὶ ἤρξαντο ἀπὸ μιᾶς παραιτεῖσθαι πάντες. ὁ πρῶτος εἶπεν αὐτῷ· ἀγρὸν ἠγόρασα, καὶ ἔχω ἀνάγκην ἐξελθεῖν καὶ ἰδεῖν αὐτόν· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 19 καὶ ἕτερος εἶπε· ζεύγη βοῶν ἠγόρασα πέντε, καὶ πορεύομαι δοκιμάσαι αὐτά· ἐρωτῶ σε, ἔχε με παρῃτημένον. 20 καὶ ἕτερος εἶπε· γυναῖκα ἔγημα, καὶ διὰ τοῦτο οὐ δύναμαι ἐλθεῖν. 21 καὶ παραγενόμενος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἀπήγγειλε τῷ κυρίῳ αὐτοῦ ταῦτα. τότε ὀργισθεὶς ὁ οἰκοδεσπότης εἶπε τῷ δούλῳ αὐτοῦ· ἔξελθε ταχέως εἰς τὰς πλατείας καὶ ρύμας τῆς πόλεως, καὶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ἀναπήρους καὶ χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσάγαγε ὧδε. 22 καὶ εἶπεν ὁ δοῦλος· κύριε, γέγονεν ὡς ἐπέταξας, καὶ ἔτι τόπος ἐστί. 23 καὶ εἶπεν ὁ κύριος πρὸς τὸν δοῦλον· ἔξελθε εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ φραγμοὺς καὶ ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου. 24 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν κεκλημένων γεύσεταί μου τοῦ δείπνου.  14 πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

Απόδοση στη Νέα Ελληνική

Είπε ο Κύριος την εξής παραβολή:  ΄Ένας άνθρωπος ετοίμασε μεγάλο δείπνο και κάλεσε πολλούς. 17 ΄Όταν ήρθε η ώρα του δείπνου, έστειλε το δούλο του να πει στους καλεσμένους: “Ελάτε, όλα είναι πλέον έτοιμα”. 18 Τότε άρχισαν, ο ένας μετά τον άλλο, να βρίσκουν δικαιολογίες. Ο πρώτος τού είπε: “Έχω αγοράσει ένα χωράφι και πρέπει να πάω να το δω, σε παρακαλώ, θεώρησέ με δικαιολογημένον”. 19 ΄Άλλος του είπε: “΄Εχω αγοράσει πέντε ζευγάρια βόδια και πάω να τα δοκιμάσω, σε παρακαλώ, δικαιολόγησέ με”. 20 Κι ένας άλλος του είπε: “Είμαι νιόπαντρος και γι’ αυτό δεν μπορώ να έρθω”. 21 Γύρισε ο δούλος εκείνος και τα είπε αυτά στον κύριo του. Τότε ο οικοδεσπότης οργισμένος είπε στο δούλο του: “Πήγαινε γρήγορα στις πλατείες και στους δρόμους της πόλης και φέρε μέσα τους φτωχούς, τους ανάπηρους, τους κουτσούς και τους τυφλούς”. 22 ΄Όταν γύρισε ο δούλος τού είπε: “Κύριε, αυτό που πρόσταξες έγινε και υπάρχει ακόμη χώρος”. 23 Είπε πάλι ο κύριος στο δούλο: “Πήγαινε έξω από την πόλη στους δρόμους και στα μονοπάτια και ανάγκασε τους να έρθουν, για να γεμίσει το σπίτι μου, 24 γιατί σας βεβαιώνω πως κανένας από κείνους που κάλεσα δε θα γευτεί το δείπνο μου.  14 Γιατί πολλοί είναι οι προσκεκλημένοι, αλλά ολίγοι είναι οι εκλεκτοί”».agiamarinailision.