Η’. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄. 11-18).
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω· ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι· γύναι, τί κλαίεις;λέγει αὐτοῖς· ὅτι ᾖραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν· καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα, καὶ οὐκ ᾒδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; Ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρὸς ἐστι, λέγει αὐτῷ· Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας, αὐτὸν κᾀγὼ αὐτὸν ἀρῶ· λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μαρία· στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ· Ῥαββουνί· ὃ λέγεται Διδάσκαλε·λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, μή μου ἃπτου· οὔπω γὰρ τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν· ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς Μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον· καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.
Η΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄. 11-18).
Τόν καιρό ἐκεῖνο ἡ Μαρία (ἡ Μαγδαληνή) στεκόταν κοντά στό μνημεῖο κλαίοντας ἀπ’ ἔξω. Καθώς λοιπό ἔκλαιε, παράσκυψε στό μνημεῖο καί βλέπει δύο Ἀγγέλους νά κάθονται λευκοφορεμένοι, ἕνας πρός τό κεφάλι καί ἕνας πρός τά πόδια, ὅπου ἦταν θαμμένο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· καί τῆς λένε ἐκεῖνοι· γυναίκα, γιατί κλαῖς; τούς λέει·κλαίω, γιατί πῆραν τόν Κύριό μου ἀπό τό μνημεῖο καί δέν γνωρίζω ποῦ τόν ἔβαλαν, καί λέγοντας αὐτά στράφηκε πρός τά πίσω, καί βλέπει τόν Ἰησοῦ νά στέκεται, καί δέν κατάλαβε ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· γυναίκα γιατί κλαῖς; ποιόν ἀναζητεῖς; Ἐκείνη νομίζοντας ὅτι εἶναι ὁ κηπουρός τοῦ λέγει· Κύριε, ἄν ἐσύ τόν μετέφερες, πές μου ποῦ τόν ἔβαλες καί ἐγώ θά τόν πάρω. Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς·Μαρία. Ἐκείνη στράφηκε καί τοῦ λέγει· Ραββουνί, πού σημαίνει Διδάσκαλε· τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς μή μέ ἀγγίζεις, διότι δέν ἀνέβηκα ἀκόμη στόν Πατέρα μου· ἀλλά πήγαινε στούς ἀδελφούς μου καί πές τους· ἀνεβαίνω στόν Πατέρα μου καί Πατέρα σας, καί Θεό μου καί Θεό σας. Ἔρχεται ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀναγγέλλοντας στούς Μαθητές ὅτι εἶδε τόν Κύριο καί ὅτι τῆς εἶπε αὐτά.
Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 4 Ἰανουαρίου 2026
29 Δεκεμβρίου, 2025
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 4 Ἰανουαρίου 2026, Κυριακὴ πρὸ τῶν Φώτων (Β΄ Τιμ. δ΄ 5-8)
5 σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσι, κακοπάθησον, ἔργον ποίησον εὐαγγελιστοῦ, τὴν διακονίαν σου πληροφόρησον. 6 ἐγὼ γὰρ ἤδη σπένδομαι, καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἐμῆς ἀναλύσεως ἐφέστηκε. 7 τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα· 8 λοιπὸν ἀπόκειταί μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὃν ἀποδώσει μοι ὁ Κύριος ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὁ δίκαιος κριτής, οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πᾶσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
5 Ἐσύ ὅμως πρόσεχε ἄγρυπνα ὅλα ὅσα σοῦ παρουσιάζει τό ποιμαντικό σου ἔργο. Κοπίασε, κάνε ἔργο εὐαγγελιστοῦ, ὁλοκλήρωσε μέ ἐπιτυχία τή διακονία πού σοῦ ἀνατέθηκε στήν Ἐκκλησία. 6 Νά ἀγρυπνεῖς καί νά κοπιάζεις, διότι ἐγώ τώρα χύνω τό αἷμα μου ὡς σπονδή καί θυσία στό Θεό· καί ὁ καιρός τῆς ἀναχωρήσεώς μου ἀπό τόν κόσμο αὐτό εἶναι πολύ κοντά. 7 Ἔχω ἀγωνισθεῖ τόν καλό ἀγώνα γιά τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔχω φθάσει στό τέλος τοῦ δρόμου τῆς ἀρετῆς καί τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἀποστολῆς μου. Ἔχω διαφυλάξει τήν πίστη. 8 Λοιπόν τώρα πιά μέ περιμένει τό στεφάνι πού ἀνήκει ὡς βραβεῖο στή δικαιοσύνη καί τήν ἀρετή. Τό στεφάνι αὐτό θά μοῦ τό δώσει ὡς ἀνταμοιβή ὁ Κύριος κατά τήν ἔνδοξη ἐκείνη ἡμέρα τῆς Κρίσεως, ὁ δίκαιος κριτής. Θά τό δώσει μάλιστα ὄχι μόνο σέ μένα, ἀλλά καί σ’ ὅλους ὅσους ἔχουν ἀγαπήσει καί μέ πόθο περιμένουν τήν ἔνδοξη ἐμφάνισή του.Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ»
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Μάρκ. α´ 1-8)4 ᾽Ιανουαρίου 2026
Μετάφραση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς
Ἡ ἀρχή τοῦ εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ἔχει ὡς ἑξῆς:
Ὅπως εἶναι γραμμένο στά βιβλία τῶν προφητῶν· «Ἰδού ἐγώ ἀποστέλλω τόν ἀγγε-
λιαφόρο μου νά πορεύεται μπροστά σου κι αὐτός θά προετοιμάσει τόν δρόμο
σου, πού ἐκτείνεται ἐμπρός σου. Ἡ φωνή του θά ἀκούγεται στήν ἔρημο, ἑτοιμᾶστε
τήν ὁδό τοῦ Κυρίου, κάνετε ἴσια τά μονοπάτια γιά νά περάσει»· ἐμφανίσθηκε ὁ
Ἰωάννης στήν ἔρημο, ὅταν βάπτιζε καί κήρυττε τό βάπτισμα ὡς ἔνδειξη μετανοίας,
πρός ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Καί πήγαιναν σέ αὐτόν οἱ ἄνθρωποι ἀπό ὅλη τήν περιοχή
τῆς Ἰουδαίας καί ἀρκετοί Ἱεροσολυμίτες, καί ὅλοι βαπτίζονταν ἀπό αὐτόν στόν
Ἰορδάνη ποταμό καί συγχρόνως ἐξομολογοῦνταν τίς ἁμαρτίες τους. Ὁ Ἰωάννης
εἶχε ἔνδυμα ἀπό τρίχες καμήλας καί δερμάτινη ζώνη γύρω ἀπό τή μέση του, ἔτρω-
γε ἀκρίδες καί ἄγριο μέλι. Καί στό κήρυγμά του ἔλεγε: Μετά ἀπό ἐμένα, ἔρχεται
ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι ἰσχυρότερος ἀπό ἐμένα, τοῦ ὁποίου δέν εἶμαι ἄξιος νά
σκύψω γιά νά λύσω τό λουρί τῶν ὑποδημάτων του. Ἐγώ μέν σᾶς βάπτισα μέ νερό,
αὐτός ὅμως θά σᾶς βαπτίσει μέ τό ἅγιο Πνεῦμα.
(Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ).
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ
ΚΑΙ Η ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗΣ
Ἡ σημερινή Εὐαγγελική περικοπή ἀναφέρεται στό ἔργο πού ἐκλήθη ἀπό
τόν Θεό νά ἐπιτελέσει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, τό ὁποῖο πρώτι-
στα συνίστατο στήν προετοιμασία, τήν καλλιέργεια τῶν ἀνθρώπων γιά
νά ἀποδεχθοῦν τό ἄγγελμα τῆς ἐρχόμενης Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Ὡς ἐκ τούτου, ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος στήν ὡς ἄνω περικοπή παρα-
θέτει δύο πολύ σημαντικά χωρία ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη πού χαρακτη-
ρίζουν τόν Ἰωάννη τόν Πρόδρομο καί περιγράφουν τό ἔργο του: «Στέλ-
νω», λέει ὁ προφήτης Μαλαχίας, «τόν ἀγγελιαφόρο μου πρίν ἀπό ἐσένα,
γιά νά προετοιμάσει τόν δρόμο σου» (Μαλ. 3,1). Ὁ ἀγγελιαφόρος αὐτός,
ὁ κήρυκας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Καί τό
ἑπόμενο χωρίο συνδέεται ἄμεσα μέ τό προηγούμενο: «Μιά φωνή, λέει
ὁ προφήτης Ἡσαΐας, βροντοφωνάζει στήν ἔρημο: ἑτοιμᾶστε τόν δρόμο
γιά τόν Κύριο, ἰσιῶστε τά μονοπάτια νά περάσει» (Ἡσ. 40,3). Πρόκειται
γιά τό κήρυγμα μετανοίας τοῦ Προδρόμου.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, βυθισμένος μέσα στήν ἀγάπη τοῦ
Θεοῦ, λουσμένος ἀπό τό φῶς τῆς πίστεως, παραδομένος στήν ἄσκηση,
τήν νηστεία καί τήν προσευχή, φοροῦσε ἐνδύματα ἀπό τρίχες καμήλου,
δερμάτινη ζώνη στήν μέση του καί τρεφόταν μέ ἀκρίδες, δηλαδή φερές κορυφές αὐτοφυῶν φυτῶν τῆς ἐρήμου, καί μέλι ἄγριο πού παρή-
γετο ἀπό ἄγριες μέλισσες.
Ἡ ταπεινοφροσύνη ὡς τρόπος διακονίας
Βεβαίως, καθοριστικῆς σημασίας γιά τήν διακονία του στήν προετοι-
μασία τῆς ὁδοῦ τοῦ Κυρίου, ὑπῆρξε, ἐκτός ἀπό τά ἀνωτέρω, ἡ βαθειά
του ταπεινοφροσύνη, περιεκτική καί θεμελιώδης ἀρετή, δεδομένου ὅτι
ἄνθρωπος πού δέν ζεῖ μέ ταπεινοφροσύνη δέν μπορεῖ νά ἐμπιστευθεῖ
τόν Θεό καί νά τόν διακονήσει ἀνιδιοτελῶς. Ἀναλογικῶς, δέν μπορεῖ νά
προσφέρει οὐσιαστική διακονία καί στόν συνάνθρωπο καί νά τόν βοηθή-
σει νά γνωρίσει τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, τήν ζωή καί τό εὐαγγελικό ἦθος
πού προτείνει ἡ Ἐκκλησία. Ὁ ἐγωϊστής κηρύσσει συνήθως τόν ἑαυτό
του· εἶναι κτητικός καί χειριστικός· φίλαυτος καί ματαιόφρων.
Ἡ ταπεινοφροσύνη ὡς μίμηση Θεοῦ
Ὁ Ἰωάννης ὁμολογεῖ τό μεγαλεῖο τῆς θεότητος τοῦ Κυρίου καί ἐπι-
σημαίνει ὅτι δέν εἶναι ἄξιος νά σκύψει καί νά λύσει τό λουρί τῶν ὑποδη-
μάτων τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό τό ἦθος μᾶς διδάσκει καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ
ὁποῖος ἐνεδύθη τήν ταπείνωση, προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση καί
τήν ἕνωσε μέ τήν θεότητά Του, ὥστε κάθε ἕνας πού πιστεύει σέ Αὐτόν
νά μή χαθεῖ ἀλλά νά ἔχει ζωή αἰώνιο (Ἰωάν. 3,15). Ὁ Θεός μας εἶναι Θε-
ός ταπεινώσεως. Ζώνεται τό λέντιο, τήν ποδιά τοῦ ὑπηρέτη, ὅπως ἔκανε στόν Μυστικό Δεῖπνο, καί νίπτει τά πόδια μας, μᾶς καθαρίζει, μᾶς διακονεῖ,
μᾶς δίνει τό ὑπόδειγμα γιά νά συμπεριφερόμεθα ὅπως Ἐκεῖνος πρός τούς
συνανθρώπους μας (Ἰωάν. 13,4-17). Τοιουτρόπως, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ συν-
δέεται μέ τήν ταπείνωσή Του. Καί ὁ Θεός εἶναι ταπεινός, γιατί ἀγαπᾶ ἀλη-
θινά. Καί ἀγαπᾶ ἀληθινά γιατί θυσιάζεται, προσφέρει τόν Ἑαυτό Του «ὑπέρ
τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας» (Θεία Λειτουργία Μ. Βασιλείου).
Ταπείνωση καί διακονία
Ἐάν ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος δέν εἶχε ἐνστερνισθεῖ τήν ἄβυσσο τῆς
ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ, δέν θά μποροῦσε νά διακονήσει μέ πιστότη-
τα τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Κατά παρόμοιο
τρόπο κάθε διάκονος τῆς Ἐκκλησίας, κάθε πιστός, ἐάν θέλει νά γίνεται
πρόδρομος τοῦ Χριστοῦ, νά προετοιμάζει δηλαδή τήν ἔλευση τοῦ Θεοῦ
στήν ζωή του καί τήν ζωή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλει νά ζεῖ
μέσα στό πνεῦμα τῆς εὐαγγελικῆς ταπεινοφροσύνης, ἡ ὁποία, βεβαίως,
δέν ἔχει καμία σχέση μέ αἰσθήματα κατωτερότητας, μειονεκτικότητας
κ.λπ. Ἡ χριστιανική ταπεινοφροσύνη εἶναι δεῖγμα ψυχικῆς ὑγείας καί
ἰσορροπίας, ἀφοῦ γεμίζει τόν ἄνθρωπο μέ πνεῦμα Θεοῦ, εἰρήνη, ἀγάπη,
διάκριση, ὑπομονή, ἀνδρεία, σοφία.Εἴθε ὁ «τῶν προφητῶν σεβασμιώτερος», Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος, νά
μᾶς ἐμπνέει στόν ἀγῶνα μας νά ζοῦμε τήν ἐν Χριστῷ ταπεινοφροσύνη
ὡς διακονία τοῦ Θεοῦ καί τῶν συνανθρώπων μας· ὡς μετριοφροσύνη
καί σύνεση κατά τό ἀποστολικό: «Μή ὑπερφρονεῖν παρ’ ὅ δεῖ φρονεῖν,
ἀλλά φρονεῖν εἰς τό σωφρονεῖν» (Ρωμ. 12,3).
Ἀρχιμ. Ν. Κ.. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ.
