Δ΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 1-12).
Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον γυναῖκες ἐπὶ τὸ μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου,καὶ ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις· ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν,εἶπον πρὸς αὐτάς· τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ’ ἠγέρθη. Μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. Καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. Ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα.Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς, ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.
Δ΄.ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 1-12).
Κατά τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας βαθιά ἦλθαν κάποιες γυναῖκε στό μνῆμα φέρνοντας ἀρώματα πού ἑτοίμασαν, καί μερικές ἄλλες μαζί τους. Καί βρῆκαν τόν λίθο ἀποκυλισμένο ἀπό τό μνημεῖο, καί ἀφοῦ μπῆκαν μέ-σα, δέν βρῆκαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου τοῦ Ἰησοῦ. Καί ἐνῷ ἀποροῦσαν αὐτές γι’ αὐτό, ξαφνικά παρουσιάσθηκαν σ’αὐτές δύο ἄνδρες μέ στολές πού ἄστραφταν καί ἐνῷ αὐτές φοβήθηκαν καί ἔσκυβαν τό πρόσωπο στή γῆ, εἶπαν σ’αὐτές· γιατί ζητεῖτε τον ζώντα μαζί μέ τούς νεκρούς; δέν εἶναι ἐδῶ,ἀλλά ἀναστήθηκε·θυμηθεῖτε τί σᾶς εἶπε, ὅταν ἀκόμη ἦταν στή Γαλιλαία, λέγοντας ὅτι πρέπει ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος, νά παραδοθεῖ σέ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καί νά σταυρωθεῖ καί τήν τρίτη ἡμέρα να ἀναστηθεῖ. Καί θυμήθηκαν τά λόγια του καί ἐπιστρέφοντας ἀπό τό μνημεῖο τά ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτά στούς ἕνδεκα καί σέ ὅλους τούς ὑπολοίπους. Καί ἦταν ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Ἰωάννα καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί οἱ ὑπόλοιπες μαζί τους, οἱ ὁποῖες ἔλεγαν αὐτά στούς Ἀποστόλους, καί τούς φάνηκαν ὡς παραλήρημα τά λόγια τους καί δυσπιστοῦσαν σ’ αὐτές, καί ὁ Πέτρος,ἀφοῦ σηκώθηκε, ἔτρεξε στό μνημεῖο, καί ἀφοῦ ἔσκυψε,βλέπει τά σάβανα ἀφημένα μόνα χωρίς τό σῶμα καί γύρισε στό κατάλυμα πού ἔμενε θαυμάζοντας γι’ αὐτό πού ἔγινε.
Κυριακή Δ΄ Ἐπιστολῶν – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 28 Ἰουνίου 2026
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 28 Ἰουνίου 2026, Κυριακή Δ΄ Ἐπιστολῶν (Ρωμ. ς΄ 18-23)
Ἀδελφοί, ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ. ἀνθρώπινον λέγω διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν. ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν. ὅτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ. τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος, τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
1. Τὸ θανατηφόρο δηλητήριο
Ὁ θεσμὸς τῆς δουλείας ἦταν ἤδη ἑδραιωμένος στὴ Ρώμη κατὰ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἔζησε ὁ ἀπόστολος Παῦλος (1ος αἰ. μ.Χ.). Ἀπὸ αὐτὸ παίρνει ἀφορμὴ ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος, στὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπή, γιὰ νὰ κάνει λόγο γιὰ μιὰ ἄλλη δουλεία, τὴ δουλεία στὴν ἁμαρτία. Ὅταν ἤσασταν δοῦλοι στὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, γράφει, ποιά ὠφέλεια εἴχατε ἀπὸ αὐτά; «Τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος». Τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἔργων ἐκείνων εἶναι ὁ πνευματικὸς θάνατος. Ἡ δουλεία στὴν ἁμαρτία λοιπὸν ὁδηγεῖ στὸν πνευματικὸ θάνατο.
Ὁ διάβολος μᾶς παρουσιάζει τὴν ἁμαρτία ὡς ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὸν δῆθεν δυνάστη Θεό. Μᾶς ὠθεῖ κατόπιν στὸ κυνήγι τῆς δόξας, τοῦ πλούτου καὶ τῆς ἡδονῆς, τελικὰ δὲ μᾶς αἰχμαλωτίζει. Νομίζουμε μάλιστα ὅτι οἱ ἀπολαύσεις ποὺ μᾶς ὑπόσχεται θὰ εἶναι διαρκεῖς. Ὅταν ὅμως ὁ πρόσκαιρος αὐτὸς βίος πλησιάσει στὸ τέλος του, ὅλο αὐτὸ τὸ προηγούμενο κυνήγι τῆς ἁμαρτίας γίνεται ἕνα πυκνὸ σύννεφο καπνοῦ ποὺ μᾶς πνίγει καὶ γεμίζει τὴν καρδιά μας μὲ ἀπογοήτευση. Ὁ θεῖος Ἀπόστολος τὸ τονίζει ξεκάθαρα καὶ στὴ συνέχεια τοῦ λόγου του: «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος». Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ζωῆς, ποὺ ἔχει σκορπισθεῖ σὲ ἁμαρτωλὲς ἀπολαύσεις, εἶναι ὁ θάνατος. Ὁ μισθός, μὲ τὸν ὁποῖο πληρώνει ἡ ἁμαρτία τοὺς δούλους της, εἶναι ὁ θάνατος.
Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἁμαρτία, δηλητήριο! Ἕνα θανατηφόρο δηλητήριο μὲ ἐπικάλυμμα ἑλκυστικό. Ἂς μὴ μᾶς δελεάζει ἡ ὄψη της. Ἂς μὴν παίζουμε μαζί της, δοκιμάζοντας τὴ γεύση της. Στὸν θάνατο ὁδηγεῖ τὰ θύματά της!
2. Ἡ σωτήρια ὑποδούλωση
Ὑπάρχει ὅμως καὶ μιὰ ἀλλιώτικη δουλεία, ἡ «δουλεία» στὸν Θεό. «Νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν», τονίζει ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος. Δηλαδή, τώρα ποὺ ἐλευθερωθήκατε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ὑποδουλώσατε τὸν ἑαυτό σας στὸν Θεό, ἔχετε βέβαιο κέρδος τὴν ἁγιότητα. Στὰ μάτια τοῦ κόσμου ἡ «ὑποδούλωση» στὸν Θεὸ σημαίνει στέρηση τῆς ἐλευθερίας καὶ ὑποταγὴ σὲ ἐντολές, σὲ «μὴ» καὶ σὲ «πρέπει».
Τὸ παράδοξο ὅμως εἶναι ὅτι ἡ «ὑποδούλωση» αὐτὴ ἐλευθερώνει τελικὰ τὸν πιστό. Τὸν ἐλευθερώνει κατ᾿ ἀρχὰς ἀπὸ τὰ πάθη. Διότι ὁ Χριστὸς τοῦ δίνει Χάρι νὰ ξεπεράσει τὶς ἀδυναμίες του, τὶς μικρότητές του καὶ νὰ προοδεύσει στὴν ἀρετή. Συγχωρεῖ προπάντων διὰ τῆς σταυρικῆς Θυσίας του τὶς ἁμαρτίες τοῦ κάθε ἀνθρώπου, τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸν πνευματικὸ θάνατο. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει ἕνα φοβερὸ λόγο: «Οὐκ ἔστιν ἐλεύθερος, ἀλλ᾿ ἢ μόνος ὁ Χριστῷ ζῶν» (PG 47, 314). Ἐλεύθερος εἶναι τελικὰ μόνο ἐκεῖνος ποὺ ζεῖ γιὰ τὸν Χριστό, μὲ τὸν Χριστό, γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ· ὁ πιστὸς ποὺ παραδίδει τὸν ἑαυτό του στὸν Χριστὸ καὶ «ὑποδουλώνει», ὑποτάσσει, θὰ λέγαμε, σὲ Αὐτὸν τὸ αὐτεξούσιό του, τὸ θέλημά του. Ὁ Κύριος τὸν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὰ πάθη. Τὸν λυτρώνει καὶ ἀπὸ τὸν πνευματικὸ θάνατο!
Ὁ πάγκαλος Ἰωσὴφ βρισκόταν στὴ φυλακή, ἐνῶ ὁ Φαραὼ βασίλευε στὴν Αἴγυπτο. Ἀντίστοιχα καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος βρέθηκε δέσμιος, ἐνῶ ὁ Ἡρώδης καθόταν σὲ θρόνο βασιλικό. Ποιοί ἦταν, ἀλήθεια, οἱ ἐλεύθεροι καὶ ποιοί οἱ δοῦλοι; Ἡ δουλεία στὸν Θεὸ ἑπομένως ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία. Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἔχουμε χρέος νὰ ἀκολουθοῦμε, ὅσο παράδοξο ἢ δύσκολο κι ἂν μᾶς φαίνεται. Διότι αὐτὸ μᾶς ἐλευθερώνει ἀπὸ τὴ γῆ καὶ τὶς ἐπίγειες δεσμεύσεις, ἀπὸ τὸν πνευματικὸ θάνατο καὶ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας.
3. Τὸ πολυτιμότερο δῶρο
Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει καὶ ποιό εἶναι τὸ τελικὸ ἀποτέλεσμα τῆς «ὑποδουλώσεως» τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεό. Ἐνῶ ὁ μισθός, μὲ τὸν ὁποῖο ἡ ἁμαρτία πληρώνει τοὺς δούλους της, εἶναι ὁ θάνατος, «τὸ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος». Τὸ χάρισμα, τὸ δῶρο ποὺ δίνει ὁ Θεὸς στοὺς δούλους του, εἶναι ἡ αἰώνια ζωή.
Ἔχει σημασία ὅτι, ἐνῶ στὴν περίπτωση τῆς ἁμαρτίας ὁ Ἀπόστολος κάνει λόγο γιὰ μισθό, ποὺ δηλώνει τὴ δίκαιη ἀνταμοιβή, στὴν περίπτωση τῆς ὑποδουλώσεως στὸν Θεὸ κάνει λόγο γιὰ χάρισμα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι οἱ πιστοὶ δὲν θὰ ἀπολαύσουμε τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὡς τὴν ἀντάξια ἀμοιβὴ τῶν ἔργων μας. Ἡ δόξα τοῦ οὐρανοῦ δὲν θὰ εἶναι ἕνα βραβεῖο ποὺ δικαιούμαστε, ἀκόμη κι ἂν ὑπακούσαμε στὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ χάρισμα, δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Ὅλα θὰ ἀποτελοῦν τὸ ἀκριβότερο δῶρο τῆς ἀγάπης του.
Ἂς Τὸν δοξάζουμε γιὰ τὸ χάρισμά του αὐτό. Καὶ ἂς θυμόμαστε ὅτι ἡ ἑκούσια ὑποταγή μας στὸν Κύριο, ὄχι μόνο δὲν εἶναι στέρηση ἐλευθερίας, ἀλλὰ ἀντίθετα εἶναι μιὰ ἀποδοχὴ τῆς ἐλευθερίας ποὺ Ἐκεῖνος χαρίζει· ἕνα πέρασμα στὸν χῶρο τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας· μιὰ ἀποδοχὴ τῆς ὕψιστης δωρεᾶς τοῦ Κυρίου, τῆς αἰώνιας ζωῆς κοντά Του..osotir.
ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Ματθ. η΄ 5-13) 28 Ἰουνίου 2026
Μετάφραση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς
Τόν καιρόν ἐκεῖνον, ὅταν ὁ Ἰησοῦς εἰσῆλθε στήν Καπερναούμ, τόν πλησίασε ἕνας
ἑκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος τόν παρακαλοῦσε καί ἔλεγε: Κύριε, ὁ ὑπηρέτης μου εἶναι
κατάκοιτος στό σπίτι ἀπό παράλυση καί ὑποφέρει τρομερά. Καί ὁ Ἰησοῦς τοῦ
λέγει: Θά ἔλθω καί θά τόν θεραπεύσω. Ὁ ἑκατόνταρχος ἀποκρίθηκε καί εἶπε:
Κύριε, δέν εἶμαι ἄξιος νά εἰσέλθεις στό σπίτι μου, ἀλλά πές ἕναν μόνο λόγο καί
ὁ ὑπηρέτης μου θά θεραπευθεῖ. Γιατί κι ἐγώ εἶμαι ὑπό ἐξουσία, καί ἔχω στρατιῶτες
ὑπό τίς διαταγές μου, καί λέγω σέ τοῦτον πήγαινε, καί πηγαίνει, καί στόν ἄλλο
λέγω ἔλα, καί ἔρχεται, καί στόν ὑπηρέτη μου λέγω κάνε τοῦτο, καί τό κάνει. Ὅταν
τά ἄκουσε αὐτά ὁ Ἰησοῦς θαύμασε καί εἶπε σέ αὐτούς πού τόν ἀκολουθοῦσαν:
Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι οὔτε στόν λαό τοῦ Ἰσραήλ βρῆκα τόση πίστη. Σᾶς λέγω ὅτι
θά ἔλθουν πολλοί ἀπό ἀνατολή καί δύση καί θά καθίσουν στό τραπέζι μέ τόν
Ἀβραάμ καί τόν Ἰσαάκ καί τόν Ἰακώβ στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ οἱ φυσικοί
κληρονόμοι τῆς βασιλείας θά πεταχθοῦν ἔξω στό σκοτάδι· ἐκεῖ θά εἶναι ὁ κλαυθμός
καί ὁ τριγμός τῶν δοντιῶν. Καί ὁ Ἰησοῦς εἶπε στόν ἑκατόνταρχο: Πήγαινε, καί
ὅπως πίστεψες, νά γίνει. Καί τήν ὥρα ἐκείνη θεραπεύθηκε ὁ ὑπηρέτης του.
(Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)
Η ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΕΚΑΤΟΝΤΑΡΧΟΥ
ΩΣ ΜΕΤΡΟ ΠΙΣΤΕΩΣ ΣΤΟΝ ΘΕΟ
Δέν ὑπάρχει κάτι πιό ἰσχυρό ἀπό τήν ζωντανή πίστη, στήν ὁποία δέν ἐμφι-
λοχωροῦν ὁ δισταγμός καί ἡ ἀμφισβήτηση, οὔτε κάτι πιό κραταιό ἀπό τήν
ἐλπίδα καί τήν ἀκράδαντη πεποίθηση πρός τόν Θεό. Δεδομένου ὅτι ἡ πί-
στη εἶναι ὄχι μόνο ἡ ἀρχή τῆς πνευματικῆς ζωῆς ἀλλά καί ἡ θύρα, ἡ ὁδός
πού ὁδηγεῖ στήν ζωή, δηλαδή στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ἡ πίστη, ὅπως
ἐπισημαίνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, δίνει ὕπαρξη σέ ἐκεῖνα πού ἐλπίζουμε
καί ἀποδεικνύει ἐκεῖνα πού δέν βλέπουμε· «Ἔστι δέ πίστις ἐλπιζομένων
ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» (Ἑβρ. 11,1). Πολύ εὔ-
στοχα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐπεξηγεῖ· «Ἄν ὅλα εἶναι φανερά,
ποῦ εἶναι ἡ πίστη; Πές μου. Διότι πίστη εἶναι ἡ ἀνεπιφύλακτη ἀποδοχή».
Ὁ ἑκατόνταρχος τῆς περικοπῆς μας ἦταν ἀξιωματικός τοῦ ρωμαϊκοῦ
στρατοῦ, πού εἶχε ὑπό τίς διαταγές του ἑκατό στρατιῶτες. Ἡ καρδιά
του ἦταν γεμάτη ἀπό πίστη καί ἀγάπη πρός τόν Χριστό καί, βεβαίως, ἀπό
ἀγάπη πρός τόν συνάνθρωπο, καθότι αὐτά τά δύο δέν διαχωρίζονται
στήν εὐαγγελική ἠθική καί τόν ἐκκλησιαστικό τρόπο ζωῆς (Α΄ Ἰωάν.
4,19-21).
Ἡ ζωντανή πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου καί ἡ ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων
Καθώς ἀναφέρεται στά Εὐαγγέλια, ὁ Κύριος σέ δύο περιπτώσεις ἐξέ-
φρασε ἔκπληξη καί ἀπορία· «ἐθαύμασε». Ἡ πρώτη ἀφορᾶ στήν ἀπιστία
τῶν συμπατριωτῶν του Ναζαρηνῶν, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας δέν θέλησε νά
ἐπιτελέσει ἐκεῖ κάποιο θαῦμα (Μάρκ. 6,5-6). Ἡ δεύτερη ἀφορᾶ στήν πε-
ρίπτωση τοῦ ἑκατοντάρχου τῆς περικοπῆς, τοῦ ὁποίου θαύμασε τήν πί-
στη, ἄν καί ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦταν ἐθνικός, εἰδωλολάτρης. Ὁ ἑκατόν-
ταρχος ἐκδήλωσε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό, γι’ αὐτό καί ἡ πίστη του χαρακτηρίζεται ὡς φωτεινή καί ζωντανή. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος
δέν ἐναποθέτει τά πάντα στόν Κύριο τῆς Δόξης, τότε ἡ πίστη παραμένει
στό ἐπίπεδο μιᾶς θεωρίας, μιᾶς ἰδέας, κάποιας παραδόσεως ἠθῶν καί
ἐθίμων, χωρίς ἐσωτερικό βάθος καί περιεχόμενο πνευματικό. Ὅμως, ἡ
πίστη εἶναι πρώτιστα ὑπόθεση τῆς καρδιᾶς. Ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ὀλίσθη-
μα πνευματικό νά προσδιορίζονται μέ ἐπιπολαιότητα καί εὐκολία συνάν-
θρωποί μας ὡς ἄθεοι, αἱρετικοί, πολέμιοι τῆς πίστεως, εἰδωλολάτρες,
ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ δέν εἶναι δυνατόν νά γνωρίζουμε τήν κεκρυμμένη πί-
στη πού ἐνδέχεται νά ὑπάρχει στά βάθη τῆς ὑπάρξεώς τους καί ἡ ὁποία,
μέ τήν εὐδοκία τοῦ Θεοῦ, ἴσως κάποτε ἀναθάλει.
Ὑπόδειγμα πρός μίμηση
Ὁ ἑκατόνταρχος, τοῦ ὁποίου ἡ πίστη πρός τόν Κύριο διαμορφώθηκε
προφανῶς ἀπό ὅσα εἶχε δεῖ καί ἀκούσει γιά Ἐκεῖνον, ἀναδεικνύεται
ὑπόδειγμα πιστοῦ ἀνθρώπου· ἔτσι προσανατολίζει καί κάθε καλοπροαί-
ρετο ἄνθρωπο σέ ζωντανή σχέση καί κοινωνία μέ τόν Χριστό. Ἐκτός
ἀπό τήν φωτεινή πίστη του, προκαλεῖ θαυμασμό ἡ ἀγάπη καί τό ἐνδια-
φέρον του γιά τόν ὑπηρέτη του. Παρακαλεῖ τόν Χριστό γιά τήν θεραπεία
τοῦ δούλου του, σάν νά παρακαλοῦσε γιά κάποιο ἀπό τά παιδιά του, καί μάλιστα σέ μιά ἐποχή κατάφωρης ἀδικίας καί ἐκμεταλλεύσεως, ἰδιαιτέ-
ρως, τῶν ὑπηρετῶν καί τῶν δούλων. Ὁ ἑκατόνταρχος διακρίνει τόν
ἄνθρωπο ἄσχετα ἀπό τήν κοινωνική του θέση, γιατί ἡ πίστη καί ἡ ἀγάπη
τόν βοηθοῦν νά ξεπεράσει τούς περιορισμούς καί τίς ἀρνητικές ἐπιδρά-
σεις τοῦ κοινωνικοῦ του περιβάλλοντος.
Αὐτογνωσία – ταπεινοφροσύνη
Ἀκολούθως, πρέπει νά ἐπισημάνουμε τήν ἐκπληκτική αὐτογνωσία καί
τήν ταπεινοφροσύνη του. Ὡς Ρωμαῖος ἀξιωματικός ἔχει τήν δύναμη τῆς
ἐξουσίας, πού ὅμως δέν τυφλώνει τόν νοῦ του, γι’ αὐτό καί μπορεῖ νά
διακρίνει τήν ἀπροσμέτρητη ἐσωτερική του ἀπόσταση ἀπό τόν Χριστό-
Θεό. Ἡ αὐτογνωσία τόν ὁδηγεῖ στήν Θεογνωσία (π. Γ. Μεταλληνός). Ὡς
ἐκ τούτου, ὁμολογεῖ: «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός, ἵνα μου ὑπό τήν στέγην
εἰσέλθῃς», φράση τήν ὁποία ἡ Ἐκκλησία συμπεριέλαβε στήν ἐξαιρετική
εὐχή πού διαβάζουμε πρίν ἀπό τήν προσέλευσή μας στήν θεία Εὐχαρι-
στία. Τέλος, ὁ ἑκατόνταρχος, ὄχι μόνον ἐνώπιον τοῦ Κυρίου ἀλλά καί
τῶν παρισταμένων, ὁμολογεῖ τήν ἁμαρτωλότητά του, χωρίς δικαιολο-
γίες καί προφάσεις, και ἀναγνωρίζει τόν Χριστό ὡς Σωτῆρα καί Λυτρωτή,
πού μπορεῖ μέ τόν παντοδύναμο λόγο Του νά προσφέρει καί ἀπό μακριά
τήν σωτηρία. Καί μέ ταπείνωση ὁμολογεῖ τήν θεότητα τοῦ Κυρίου, γιατί πιστεύει στόν δημιουργικό καί θαυματουργό λόγο τοῦ Χριστοῦ. Ἄς
εὐχηθοῦμε ἡ πίστη μας στήν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἐμπιστοσύνη
μας στόν λόγο Του νά θαυματουργοῦν καί στήν δική μας ζωή.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.ΑΠΟΣΤ.ΔΙΑΚΟΝΙΑ
