ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

Ι΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ἰωάννην. (ΚΑ΄. 1-14).

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος, ἐφανέρωσε δὲ οὕτως· Ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν Μαθη τῶν αὐτοῦ δύο. Λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος·Ὑπάγω ἁλιεύειν. Λέγουσιν αὐτῷ·ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί. Ἐξῆλθον καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.Πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν· οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ Μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Παιδία, μή τι προσφάγιον ἔχετε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· οὔ· ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. Ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων. Λέγει οὖν ὁ Μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ· Ὁ Κύριός ἐστι. Σίμων οὖν Πέτρος, ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι, τὸν ἐπενδύτην διεζώσατοἦν γὰρ γυμνὸς καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν, οἱ δὲ ἄλλοι Μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ’ ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων, σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων. Ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον, καὶ ἄρτον. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε νῦν. Ἀνέβη οὖν Σίμων Πέτρος, καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντήκοντα τριῶν, καὶ τοσούτων ὄντων, οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· δεῦτε ἀριστήσατε. Οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν Μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν. Σὺ τίς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν. Ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς,καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον, καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως. Τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.

Ι΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ἰωάννην. (ΚΑ΄. 1-14).

Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ Ἰησοῦς φανέρωσε στούς Μαθητές του τόν ἑαυτό του στή θάλασσα τῆς Τιβεριάδας, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς· καί τόν φανέρωσε ὡς ἑξῆς·ἦταν μαζί ὁ Σίμων ὁ Πέτρος καί ὁ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καί ὁ Ναθαναήλ ἀπό τήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας καί οἱ γιοί τοῦ Ζεβεδαίου, καί ἄλλοι δύο ἀπό τούς Μαθητές του.Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Σίμων ὁ Πέτρος· πηγαίνω νά ψαρέψω.Τοῦ λένε· ἐρχόμαστε κι ἐμεῖς μαζί σου. Βγῆκαν καί ἀνέβηκαν στό πλοῖο ἀμέσως, καί δέν ἔπιασαν τίποτε ἐκείνη τή νύχτα. Καί ὅταν ἔγινε πλέον πρωΐ, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στήν ἀκρογιαλιά· δέν γνώριζαν ὅμως οἱ Μαθητές ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Λέγει λοιπόν σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· Παιδιά, μήπως ἔχετε κανένα ψάρι γιά φαγητό; τοῦ ἀποκρίθηκαν· ὄχι. Καί Ἐκεῖνος εἶπε σ’ αὐτούς· ρίξτε τό δίχτυ στά δεξιά μέρη τοῦ πλοίου καί θά βρῆτε. Τό ἔρριξαν λοιπόν καί δέν μπόρεσαν νά τό ἀνασύρουν ἀπό τό πλῆθος τῶν ψαριῶν. Λέγει λοιπόν ὁ Μαθητής ἐκεῖνος τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς στόν Πέτρο· ὁ Κύριος εἶναι. Ὁ Σίμων λοιπόν ὁ Πέτρος μόλις ἄκουσε ὅτι εἶναι ὁ Κύριος, φόρεσε βιαστικά τόν ἐργατικό σάκκο του, γιατί ἦταν σχεδόν γυμνός, καί ρίχθηκε ὁρμητικά στή θάλασσα· ἐνῷ οἱ ἄλλοι Μαθητές ἦλθαν μέ τό πλοιάριο, διότι δέν ἦταν μακριά ἀπό τήν ξηρά, ἀλλά περίπου διακόσιους πήχεις (150 μέτρα) σέρνοντας τό δίχτυ μέ τά ψάρια. Μόλις λοιπόν ἀποβιβάσθηκαν στήν ξηρά, βλέπουν ἕτοιμα ἀναμμένα κάρβουνα καί ἕνα ψάρι τοποθετημένο ἐπάνω τους καί ψωμί. Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· φέρετε ἀπό τά ψάρια πού πιάσατε τώρα. Ἀνέβηκε λοιπόν στό πλοῖο ὁ Σίμων Πέτρος καί ἔσυρε ἐπάνω στήν ξηρά τό δίχτυ γεμάτο ἀπό ἑκατόν πενήντα τρία μεγάλα ψάρια. Καί μολονότι ἦταν τόσο πολλά καί μεγάλα, δέν σχίσθηκε τό δίχτυ. Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· ἐλᾶτε τώρα νά πάρετε τό πρωϊνό σας. Καί ἀπό σεβασμό κανείς ἀπό τούς Μαθητές δέν τολμοῦσε νά τόν ἐξετάσει καί νά τόν ἐρωτήσει ποιός εἶσαι ἐσύ, ἐπειδή γνώριζαν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος. Ἔρχεται λοιπὀν ὁ Ἰησοῦς καί παίρνει στά χέρια του τόν ἄρτο (τό ψωμί) καί τόν μοιράζει σ’ αὐτούς καί τό ψάρι ἐπίσης. Αὐτή ἦταν ἡ τρίτη φορά που φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς Μαθητάς του, ἀφ’ ὅτου ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς.

Ἀπόστολος Κυριακῆς

Κυριακή Ι΄ Ἐπιστολῶν – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 9 Αὐγούστου 2026

3 Αυγούστου, 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 9 Αὐγούστου 2026, Κυριακή Ι΄ Ἐπιστολῶν (Γαλ. γ΄ 23 – δ΄ 5)

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐ­σχά­τους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐ­γε­­­νήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. ἡμεῖς μω­ροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀ­σθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶ­μεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦ­μεν καὶ κοπιῶ­μεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διω­κό­με­­­νοι ἀνε­χόμεθα, βλασφημούμενοι πα­ρακαλοῦμεν· ὡς περικα­θάρ­ματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πα­τέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. παρακαλῶ οὖν ὑ­μᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. «Μωροὶ» στὰ μάτια τοῦ κόσμου

Στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς σημερινῆς Κυριακῆς, ἀπὸ τὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους Ἐπιστολή, ὁ ἀπόστολος Παῦλος μέσα σὲ λίγους στίχους μᾶς περιγράφει τὶς δυσκολίες ποὺ ἀντιμετώπισαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου στὸν κόσμο. Ὁ Θεός, γράφει, παρουσίασε ἐμᾶς τοὺς Ἀποστόλους στὰ μάτια τοῦ κόσμου ὡς τελευταίους, ὡς μελλοθάνατους κατάδικους. Γίναμε θέαμα στοὺς ἀγγέλους καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Ἄλλοι μᾶς θαυμάζουν, ἐνῶ ἄλλοι μᾶς περιφρονοῦν καὶ μᾶς χλευάζουν. «Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν», σημειώνει. Ὁ κόσμος μᾶς θεωρεῖ ἀνόητους, ἐπειδὴ κηρύττουμε τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι γιὰ τὴ λογικὴ πολλῶν ἀνθρώπων ἡ πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ εἶναι ἀνοησία. Τὸ κήρυγμα γιὰ ἕνα Θεό, ὁ Ὁποῖος σταυρώθηκε, θεωρεῖται «κουταμάρα». «Ἡμεῖς κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν» (Α΄ Κορ. α΄ 23), γράφει ἀλλοῦ ὁ Ἀπόστολος. Τὸ κήρυγμα αὐτὸ γιὰ τοὺς Ἰουδαίους εἶναι ἀδιανόητο, ἐνῶ γιὰ τοὺς εἰδωλολάτρες ἀνοησία. Ἡ λατρεία ἑνὸς Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος νεκρώθηκε, εἶναι ἀπερισκεψία. Ἑπομένως ὁ ἀγώνας τοῦ Χριστιανοῦ νὰ ζεῖ θυσιάζοντας τὶς ἐπίγειες ἀπολαύσεις καὶ ἐπιλέγοντας τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἄσκηση, τὴν ὀλιγάρκεια, τὴν αὐταπάρνηση, τὴν αὐτοθυσία, θεωρεῖται μωρία. Οἱ σοφοὶ τοῦ κόσμου δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὴ ζωὴ τοῦ Χριστιανοῦ, διότι δὲν ἐξηγεῖται μὲ τὸ μυαλό, ἀλλὰ μὲ τὴν πίστη. Ἑρμηνεύεται μόνο μὲ τὴ λογικὴ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Αὐτὴ ἡ μωρία ὅμως, αὐτὸ ποὺ φαίνεται ἀνοησία, εἶναι τελικὰ ἡ ἐξυπνότερη ἐπιλογὴ ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει κάποιος στὴ ζωή του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μᾶς προτρέπει ὁ Ἀπόστολος: Ἂν κανεὶς νομίζει ὅτι εἶναι σοφός, ἐπειδὴ ἔχει τὴ σοφία τοῦ ἁμαρτωλοῦ κόσμου, «μωρὸς γενέσθω, ἵνα γένηται σοφός» (Α΄ Κορ. γ΄ 18). Ἂς γίνει μωρός, ἀνόητος, κατὰ τὴν ἀντίληψη τοῦ κόσμου, ἀκολουθώντας τὸ κήρυγμα τοῦ Κυρίου· διότι ἔτσι θὰ γίνει πραγματικὰ σοφός.

2. Μὲ κόπους καὶ στερήσεις

Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ Ἀπόστολος ἀναφέρει πιὸ συγκεκριμένα τὶς ἀντιξοότητες, τὶς ὁποῖες ὑπέμειναν κατὰ τὸ ἀποστολικό τους ἔργο οἱ Μαθητὲς τοῦ Κυρίου. «Ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν», σημειώνει. Δηλαδή, μέχρι τὴ στιγμὴ αὐτὴ ποὺ σᾶς γράφω, πεινοῦμε καὶ ὑποφέρουμε ἀπὸ δίψα στὶς περιοδεῖες μας, καὶ δὲν ἔχουμε ἀρκετὰ ροῦχα, ὅταν στὴ μέση τῶν ταξιδιῶν μᾶς πιάνει ξαφνικὰ ὁ χειμώνας· δεχόμαστε καὶ χτυπήματα καὶ κακομεταχειρίσεις, καὶ δὲν παραμένουμε μόνιμα πουθενά, ἀλλὰ διαρκῶς φεύγουμε ἐδῶ κι ἐκεῖ.

Σὲ πόσες στερήσεις ὑποβάλλονταν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι! Ἄφησαν τὰ σπίτια καὶ τοὺς συγγενεῖς τους, χωρὶς νὰ πάρουν μαζί τους τίποτε ἀπὸ αὐτὰ ποὺ θὰ τοὺς ἐξασφάλιζαν τὴν παραμικρὴ ἔστω ἄνεση. Διωκόμενοι ἀπὸ τόπο σὲ τόπο, ἔμοιαζαν περισσότερο μὲ πλανόδιους σκηνίτες, χωρὶς σπίτι, τροφὴ καὶ ἐνδύματα. Γνήσιοι ἀκόλουθοι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, Ἐκείνου ποὺ δὲν εἶχε «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Λουκ. θ΄ 58).

Καὶ ὅμως αὐτοὶ ἦταν οἱ στύλοι τῆς Ἐκκλησίας! Ἐκεῖνοι ποὺ ἐγκολπώθηκαν μὲ χαρὰ τὴν ἑκούσια πτωχεία καὶ τὶς στερήσεις γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Μὲ τὸ θαυμάσιο παράδειγμά τους μᾶς διδάσκουν νὰ μὴ γογγύζουμε στὶς δυσκολίες· νὰ μὴ δυσφοροῦμε στὰ ἐμπόδια, ἰδιαιτέρως ὅταν τὰ συναντοῦμε κατὰ τὴν ἐπιτέλεση κάποιου πνευματικοῦ ἔργου γιὰ τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Νὰ μὴν ἐγκαταλείπουμε τὴν προσπάθειά μας, ἀλλὰ νὰ ἀγωνιζόμαστε μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος ὅλα τὰ γνωρίζει, ἀνάλογα δὲ μὲ τὸν κόπο μας θὰ χαρίσει καὶ τὸ ἔλεός του.

3. Παράδειγμα πρὸς μίμηση

Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος προτρέπει τοὺς Κορινθίους νὰ μιμηθοῦν τὸ παράδειγμά του. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος ὑπῆρξε πνευματικός τους διδάσκαλος. «Μιμηταί μου γίνεσθε», τοὺς γράφει. Νὰ γίνεσθε μιμητές μου. Νὰ μιμεῖσθε τὸ παράδειγμά μου στοὺς κόπους καὶ τὶς θυσίες, στὴν περιφρόνηση τῶν χλευασμῶν, στὴν ἀνεξικακία, στὴν ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν Θεό. Μάλιστα σὲ ἄλλο σημεῖο τῆς ἴδιας ἐπιστολῆς γράφει: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ» (Α΄ Κορ. ια΄ 1). Δηλαδή, νὰ μιμεῖσθε τὸ παράδειγμά μου, ὅπως κι ἐγὼ μιμοῦμαι τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Ἀσφαλῶς κάθε διδάσκαλος τοῦ Εὐαγγελίου ὀφείλει νὰ ἔχει ὑποδειγματικὴ ζωὴ καὶ ἦθος. Νὰ διδάσκει ὄχι μόνο μὲ τὰ λόγια του, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του. Καὶ ὄχι μόνο οἱ διδάσκαλοι τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ καὶ κάθε Χριστιανὸς καλεῖται νὰ ἀποτελεῖ παράδειγμα πρὸς μίμηση μὲ τὴν ὅλη βιοτή του. Νὰ εἶναι «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη» (Ματθ. ε΄ 14). Μιὰ περίβλεπτη πόλη στὴν κορυφὴ ἑνὸς βουνοῦ, ποὺ τὴ βλέπουν ὅλοι καὶ τὴ θαυμάζουν. Νὰ μὴ δείχνει ἁπλῶς τὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ προπορεύεται σὲ αὐτήν, ἀκολουθώντας καὶ ὁ ἴδιος ἀντίστοιχα τὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τὸ αἰώνιο παράδειγμα τοῦ μόνου Διδασκάλου, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.ΣΩΤΗΡ

Εὐαγγέλιο Κυριακῆς

Κυριακὴ Ι΄ Ματθαίου – Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 9 Αὐγούστου 2026

3 Αυγούστου, 2026

Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 9 Αὐγούστου 2026, Κυριακή I΄ Ματθαίου (Ματθ. ιζ΄ 14-23)

14 Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 15 Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. 16 καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ᾿ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. 18 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. 19 Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ᾿ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; 20 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. 21 τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 22 Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων 23 καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

14 Κι ὅταν ἔφθασαν στό πλῆθος τοῦ λαοῦ, τόν πλησίασε κάποιος ἄνθρωπος πού γονάτισε μπροστά του κι ἔλεγε: 15 Κύριε, λυπήσου καί σπλαχνίσου τό παιδί μου, διότι σεληνιάζεται καί ὑποφέρει ἄσχημα, ἀλλά καί κινδυνεύει τόν ἔσχατο κίνδυνο. Διότι πολλές φορές πέφτει στή φωτιά, καί πολλές φορές στό νερό, καί κινδυνεύει ἔτσι νά καεῖ ἤ νά πνιγεῖ. 16 Καί τόν ἔφερα στούς μαθητές σου, ἀλλά αὐτοί δέν μπόρεσαν νά τόν θεραπεύσουν. 17 Ὁ Ἰησοῦς τότε ἀποκρίθηκε: Ὤ γενιά πού τόσα θαύματα εἶδες καί εἶσαι ἀκόμη ἄπιστη, κι ἀπ’ τήν κακία σου εἶσαι διεστραμμένη! Ἕως πότε θά εἶμαι μαζί σας; Ἕως πότε θά σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε τόν μου ἐδῶ. 18 Τότε τόν ἐπέπληξε ὁ Ἰησοῦς καί βγῆκε ἀπ’ αὐτόν τό δαιμόνιο καί θεραπεύθηκε τό παιδί ἀπ’ τήν ὥρα ἐκείνη. 19 Τότε οἱ μαθητές πλησίασαν ἰδιαιτέρως τόν Ἰησοῦ καί τοῦ εἶπαν: Γιατί ἐμεῖς δέν μπορέσαμε νά βγάλουμε τό δαιμόνιο αὐτό; 20 Καί ὁ Κύριος τούς εἶπε: Ἐπειδή σᾶς λείπει ἡ πίστη. Διότι ἀληθινά σᾶς λέω, ἐάν ἔχετε πίστη θερμή καί δυνατή σάν τό μικρό σπόρο τοῦ σιναπιοῦ, θά πεῖτε στό βουνό αὐτό, πήγαινε ἀπό ἐδῶ ἐκεῖ, καί θά μετακινηθεῖ. Καί τίποτε δέν θά εἶναι ἀδύνατο σέ σᾶς. 21 Αὐτό ὅμως τό εἶδος τῶν δαιμόνων δέν βγαίνει ἀπό τόν ἄνθρωπο πού ἔχει καταληφθεῖ ἀπό αὐτό, παρά μόνο μέ προσευχή πού συνοδεύεται καί μέ νηστεία, ὥστε ἡ προσευχή νά γίνεται μέ διάνοια ὅσο δυνατόν ἐλαφρότερη καί περισσότερο προσηλωμένη στό Θεό. 22 Κι ἐνῶ αὐτοί περιόδευαν στή Γαλιλαία, τούς εἶπε ὁ Ἰησοῦς: Ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου πρόκειται νά παραδοθεῖ πολύ σύντομα σέ χέρια ἀνθρώπων, 23 καί θά τόν θανατώσουν, καί τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τόν θάνατό του θά ἀναστηθεῖ. Καί οἱ μαθητές λυπήθηκαν πάρα πολύ.ΣΩΤΗΡ