ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

Γ’. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Μᾶρκον. (ΙΣΤ΄. 9-20).

Ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς πρωῒ πρώτῃ Σαββάτουἐφάνη πρῶτον Μαρίᾳ τῇ Μαγδαληνῇ, ἀφ’ ἧς ἐκβεβλή κει ἑπτὰ δαιμόνια. Ἐκείνη πορευθεῖσα ἀπήγγειλε τοῖς μετ’ αὐτοῦ γενομένοις, πενθοῦσι καὶ κλαίουσι,κᾀκεῖνοι ἀκούσαντες ὅτι ζῇ καὶ ἐθεάθη ὑπ’ αὐτῆς ἠπίστησαν. Μετὰ δὲ ταῦτα δυσίν ἐξ αὐτῶν περιπατοῦσιν ἐφανερώθη ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ, πορευομένοις, εἰς ἀγρόν. Κᾀκεῖνοι ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν τοῖς λοιποῖς, οὐδὲ ἐκείνοις ἐπίστευσαν. Ὕστερον, ἀνα κειμένοις αὐτοῖς τοῖς ἕνδεκα ἐφανερώθη, καὶ ὠνείδισε τήν ἀπιστίαν αὐτῶν καὶ σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτὸν ἐγηγερμένον, οὐκ ἐπίστευσαν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες εἰς τὸν κόσμον ἅπαντα κηρύξατε τὸ εὐαγγέλιον πάσῃ τῇ κτίσει. Ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθείς, σωθήσεται, ὁ δὲ ἀπιστήσας, κατακριθήσεται. Σημεῖα δὲ τοῖς πιστεύσασι ταῦτα παρακολουθήσει. Ἐν τῷ ὀνόματί μου δαιμόνια ἐκβαλοῦσι, γλώσσαις λαλήσουσι καιναῖς, ὄφεις ἀροῦσι, κἂν θανάσιμόν τι πίωσιν ,οὐ μὴ αὐτοὺς βλάψει, ἐπὶ ἀῤῥώστους χεῖρας ἐπιθήσουσι, καὶ καλῶς ἕξουσιν. Ὁ μὲν οὖν Κύριος,μετὰ τὸ λαλῆσαι αὐτοῖς, ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανόν, καὶ ἐκάθισεν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι δὲ ἐξελθόντες, ἐκήρυξαν πανταχοῦ, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, καὶ τὸν λόγον βεβαιοῦντος, διὰ τῶν ἐπακολουθούντων σημείων. Ἀμήν

Γ΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Μᾶρκον. (ΙΣΤ΄. 9-20).

Ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς τό πρωΐ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδας, ἐμφανίσθηκε πρῶτα στή Μαρία τη Μαγδαληνή, ἀπό τήν ὁποία εἶχε βγάλει ἑπτά δαιμόνια.Ἐκείνη, πῆγε καί τό ἀνήγγειλε στούς Μαθητές πού τόν εἶχαν ἀκολουθήσει, οἱ ὁποῖοι πενθοῦσαν καί ἔκλαιαν, καί ἐκεῖνοι, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ζεῖ καί ἐμφανίσθηκε σ’ αὐτήν,ἔδειξαν ἀπιστία. Καί μετά ἀπ’ αὐτά φανερώθηκε μέ μορφή διαφορετική (ἀπό ὅτι ἦταν πρό τοῦ πάθους) σέ δυό ἀπ’ αὐτούς (τούς Μαθητές), καθώς πήγαιναν σέ κάποιο χωράφι.Κι ἐκεῖνοι πῆγαν καί τό ἀνήγγειλαν στούς ὑπολοίπους,ἀλλά οὔτε σ’ ἐκείνους πίστεψαν. Ὕστερα ἐνῷ εἶχαν καθίσει γιά δεῖπνο οἱ ἕνδεκα Μαθητές, φανερώθηκε σ’ αὐτούς καί ἐπέπληξε (ἐπέπληξε) τήν ἀπιστία καί τή σκληροκαρδία τους, διότι δέν πίστεψαν σ’ αὐτούς πού τόν εἶδαν ἀναστημένο. Καί εἶπε σ’ αὐτούς·πηγαίνετε σέ ὅλο τόν κόσμο καί κηρύξτε τό Εὐαγγέλιο σέ ὅλη τήν κτίση.Ὅποιος πιστεύσει καί βαπτισθεῖ θά σωθεῖ, καί ὅποιος ἀπιστήσει θα καταδικασθεῖ. Καί θά ἐπακολουθήσουν σ’ αὐτούς πού θα πιστέψουν τά ἑξῆς σημεῖα (θαύματα). Στό ὄνομά μου θα βγάλουν δαιμόνια· θά μιλήσουν μέ καινούριες γλῶσσες·θά πιάσουν καί θά σηκώσουν φίδια· καί ἄν πιοῦν κάποιο θανατηφόρο δηλητήριο, δέν θά τούς βλάψει· θά βάλλουν τά χέρια τους ἐπάνω σέ ἀρρώστους καί θά γίνουν καλά. Ὁ Κύριος λοιπόν, ἀφοῦ μίλησε σ’ αὐτούς,ἀναλήφθηκε στόν οὐρανό καί κάθισε στά δεξιά τοῦ Θεοῦ. Καί ἐκεῖνοι ἀφοῦ βγῆκαν κήρυξαν παντοῦ, ἐνῷ ὁ Κύριος ἦταν συνεργός (τούς βοηθοῦσε) καί βεβαίωνε τό λόγο τους μέ τά σημεῖα (τά θαύματα) πού ἐπακολουθοῦσαν. Ἀμήν.

Ἀπόστολος Κυριακῆς

Κυριακή ΙΔ΄ Ἐπιστολῶν – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 6 Σεπτεμβρίου 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 6 Σεπτεμβρίου 2026, Κυριακή ΙΔ΄ Ἐπιστολῶν (Β΄ Κορ. α΄ 21 – β΄ 4)

21 ὁ δὲ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, 22 ὁ καὶ σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρρα­βῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. 23 Ἐγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. 24 οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε.
Εκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. 2 εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ; 3 καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν. 4 ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγρα­ψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύ­ων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλ­λὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑ­μᾶς.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

21 Ἐκεῖνος λοιπόν πού δίνει τή βεβαιότητα καί σέ μᾶς καί σέ σᾶς, καί μᾶς στηρίζει νά μένουμε πιστοί καί ἀσά­λευτοι στό Χριστό καί πού μᾶς ἔχρισε μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματός του, εἶναι ὁ Θεός. 22 Αὐτός καί μᾶς σφράγισε ὡς δικούς του καί ἔδωσε στίς καρδιές μας τό Πνεῦμα του ὡς ἀρραβώνα καί ἀσφα­­­­­λή ἐγγύηση γιά τό ὅτι θά ἐκπληρώσει ὅλες τίς ὑπο­­­­­­­σχέσεις πού μᾶς δίνει μέ τό Εὐαγγέλιό του. 23 Καί γιά νά ἐπανέλθω στό ζήτημα τοῦ ταξιδιοῦ μου, ἐπικαλοῦμαι τόν καρδιογνώστη Θεό νά δεῖ αὐτός τά βάθη τῆς ψυχῆς μου καί νά μαρτυρήσει ἄν εἶναι ἀλήθεια ὅτι δέν ἦλθα ἀκόμη στήν Κόρινθο ἐπειδή σᾶς λυποῦμαι καί δέν θέλω νά δοκιμάσετε τήν αὐστηρότητά μου. 24 Καί δέν λέω τό τελευταῖο αὐτό ἐπειδή δῆθεν εἴμαστε κύριοι τῆς πίστεώς σας καί ἔχουμε ἐξουσία ἐπάνω σας σάν νά εἶστε δοῦλοι μας. Ἀντιθέτως εἴμαστε συνεργάτες τῆς χαρᾶς σας καί θέλουμε νά συντελοῦμε ὥστε νά αὐξάνει ἡ χαρά σας. Καί ἀποκλείεται ὁλότελα νά ἐξουσιάζουμε τήν πίστη σας, διότι ἐσεῖς στέκεστε καλά καί εἶστε στερεωμένοι στήν πίστη.
Καί τό ἀποφάσισα αὐτό καί γιά τόν ἑαυτό μου. Βρῆ­­­κα δηλαδή καλύτερο καί γιά τόν ἑαυτό μου νά μήν ἔλθω πάλι σέ σᾶς ἀναγκασμένος κι ἐγώ νά σᾶς προ­­­­ξε­νῶ λύπη μέ τούς ἐλέγχους μου, ἀλλά κι ἐσεῖς νά μοῦ προ­ξενεῖτε λύπη μέ τίς ἀταξίες πού θά βλέπω ἀνά­με­­σά σας. 2 Ὁπωσδήποτε λοιπόν ἤ ἐγώ ἤ ἐσεῖς θά αἰσθανόμασταν λύπη. Διότι, ἐάν ἐγώ μέ τούς ἐλέγχους μου προκαλῶ λύπη μετανοίας σέ σᾶς, ποιός ἄλλος μέ εὐφραίνει παρά ἐκεῖνος πού δέχεται τούς ἐλέγχους μου καί λυπᾶται ἀπό τίς δικές μου ἐπιτιμήσεις; Ἔτσι, ἐάν δέν λυπᾶμαι ἐγώ, θά λυπάστε ὅμως ἐσεῖς. 3 Καί σᾶς ἔγραψα ἀκριβῶς αὐτό σέ προηγούμενη ἐπι­­­στο­λή μου, γιά νά διορθώσετε στό μεταξύ τίς ἀταξίες, ὥστε, ὅταν ἔλθω στήν Κόρινθο, νά τά βρῶ ὅλα ἐντά­­ξει καί νά μή νιώσω λύπη ἀπό ἐκείνους πού ἔπρε­­πε νά μοῦ δώσουν χαρά. Ἄλλωστε ἡ λύπη μου θά λυποῦσε κι ἐσᾶς. Διότι ἔχω γιά ὅλους σας τήν πε­ποί­θη­ση ὅτι ἡ χαρά μου εἶναι χαρά ὅλων σας. 4 Καί μή νομίσετε ὅτι γιά τούς ἐλέγχους πού σᾶς ἔγρα­­ψα στήν ἐπιστολή μου ἐκείνη ἐγώ δέν ἔνιωσα καμία λύπη. Διότι σᾶς ἔγραψα πλημμυρισμένος ἀπό θλίψη καί στενοχώρια στήν καρδιά μου, μέ δάκρυα πολλά, ὄχι γιά νά λυπηθεῖτε, ἀλλά γιά νά γνωρίσετε τήν ὑπερβολική ἀγάπη πού ἔχω γιά σᾶς.ΣΩΤΗΡ.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Ματθ. κβ´ 2-14) 6 Σεπτεμβρίου 2026

Μετάφραση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολή αὐτή: Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μοιάζει μέ ἕναν βα-
σιλιά ὁ ὁποῖος ἔκανε τούς γάμους τοῦ γιοῦ του. Καί ἀπέστειλε τούς δούλους του
νά καλέσουν τούς προσκεκλημένους στούς γάμους καί δέν ἤθελαν νά ἔλθουν.
Ἔστειλε πάλι ἄλλους δούλους καί ἔλεγε: Νά πεῖτε στούς προσκεκλημένους, ἤδη
ἑτοίμασα τό γεῦμα μου, οἱ ταῦροι μου καί τά θρεφτάρια εἶναι σφαγμένα, ὅλα εἶναι
ἕτοιμα· ἐλᾶτε στούς γάμους. Αὐτοί ἀδιαφόρησαν καί ἔφυγαν, ἄλλος στό χωράφι
του, ἄλλος στό ἐμπόριό του· οἱ λοιποί, ἀφοῦ συνέλαβαν τούς δούλους του, τούς
κακοποίησαν καί τούς φόνευσαν: Ὅταν ὁ βασιλιάς ἐκεῖνος τό ἄκουσε, ὀργίστηκε,
καί ἀφοῦ ἔστειλε τά στρατεύματά του ἐξόντωσε τούς δολοφόνους καί ἔκαψε τήν
πόλη τους. Τότε λέγει στούς δούλους του: Ὁ γάμος εἶναι ἕτοιμος, ὅμως οἱ καλε-
σμένοι δέν ἦταν ἄξιοι· Πηγαίνετε λοιπόν στά σταυροδρόμια, καί ὅσους συναντήσετε
καλέστε τους στούς γάμους. Καί ἀφοῦ βγῆκαν οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι στούς δρόμους,
μάζεψαν ὅλους ὅσους βρῆκαν, κακούς καί καλούς· καί γέμισε ὁ γάμος ἀπό συνδαι-
τυμόνες. Ὅταν εἰσῆλθε ὁ βασιλιάς νά δεῖ τούς συνδαιτυμόνες, εἶδε ἐκεῖ ἕναν ἄν-
θρωπο πού δέν ἦταν ντυμένος μέ ἔνδυμα γάμου, καί τοῦ λέγει: Φίλε, πῶς μπῆκες
ἐδῶ χωρίς νά ἔχεις ἔνδυμα γάμου; Αὐτός ἔμεινε ἄφωνος. Τότε ὁ βασιλιάς εἶπε
στούς ὑπηρέτες: Ἀφοῦ τοῦ δέσετε τά πόδια καί τά χέρια, πάρτε τον καί ρίξτε τον
ἔξω στό σκοτάδι· ἐκεῖ θά εἶναι ὁ κλαυθμός καί τό τρίξιμο τῶν δοντιῶν. Γιατί πολλοί
εἶναι οἱ καλεσμένοι, λίγοι ὅμως οἱ ἐκλεκτοί.
(Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ).

ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Τό βασικό θέμα, τό ὁποῖο διέπει τήν σημερινή Εὐαγγελική παραβολή,
εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως τοῦ Θεοῦ ἐκ μέρους τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ Θεός καλεῖ διαρκῶς κοντά Του, χωρίς διακρίσεις καί προσωποληψία,
τόν δημιουργηθέντα «κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσίν» Του (Γεν. 1,26)
ἄνθρωπο, γιά νά μετάσχει σέ γάμους πνευματικούς, σέ δεῖπνο ἀτελεύ-
τητης ἀγαλλιάσεως καί εὐφροσύνης· γιά νά κοινωνήσει καί νά ἑνωθεῖ
μέ τήν πηγή τῆς ζωῆς, τῆς ἀλήθειας, τοῦ φωτός καί τῆς ἀθανασίας· μέ
τόν Δημιουργό του, τόν Βασιλέα τῆς Δόξης καί Θεό τοῦ παντός. Καί ὁ
ἄνθρωπος πῶς ἀξιολογεῖ αὐτήν τήν ὑπέρμετρη τιμή καί εὐλογία νά προσ-
καλεῖται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό σέ κοινωνία ἀγάπης; Κάποιοι ἄνθρωποι
ἀπορρίπτουν τήν πρόσκλησή Του, ἀδιαφοροῦν παντελῶς γιά αὐτήν καί
ἀποκτοῦν ἐχθρική στάση καί διάθεση ἔναντι τοῦ Εὐεργέτη Θεοῦ καί
τῶν ἀνθρώπων πού Ἐκεῖνος ἀποστέλλει γιά νά τούς καλέσει κοντά Του.
Κάποιοι ἄλλοι ἀποδέχονται τήν πρόσκληση μέ εὐγνωμοσύνη καί παρα-
κάθηνται ὡς συνδαιτυμόνες στήν βασιλική τράπεζα. Ἄλλοι προσέρχον-
ται μέν, ἀλλά ἀπροετοίμαστοι καί χωρίς συναίσθηση. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ
στάση τοῦ ἀνθρώπου ἔναντι τοῦ μυστηρίου τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τῆς
θυσίας τοῦ Χριστοῦ, τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν Του ἔχει καθοριστική
σημασία γιά τήν ὕπαρξή του, τήν πρόσκαιρη καί αἰώνια ζωή του.
Ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ
Ἡ ἄρνηση τοῦ ἀνθρώπου νά ἀποδεχθεῖ τήν πρόσκληση τῆς θείας
ἀγάπης δέν ματαιώνει τό ἔργο τοῦ Θεοῦ οὔτε τό σχέδιο τῆς οἰκονομίας,
τῆς προνοίας Του γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. «Ὁ πατήρ μου –λέει
ὁ Χριστός– ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγώ ἐργάζομαι» (Ἰωάν. 5,17). Τό ἔργο
τοῦ Θεοῦ συνίσταται ἀκριβῶς στήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι φανέρωσή Του
στόν κόσμο καί στήν ἐν ἐλευθερίᾳ πρόσκληση τοῦ ἀνθρώπου νά μετάσχει τῆς θείας ζωῆς. Καί ἄν ὁ Θεός παρέμενε κεκρυμμένος καί ἄγνω-
στος, τότε ὁ ἄνθρωπος θά ἦταν δικαιολογημένος νά ἀρνεῖται τήν πρόσ-
κληση στούς βασιλικούς γάμους καί τό δεῖπνο τῆς ζωῆς, καθώς λέει ὁ
Κύριος: «Ἄν δέν εἶχα ἔρθει καί δέν τούς εἶχα κηρύξει, δέν θά εἶχαν
ἁμαρτία. Τώρα ὅμως δέν ἔχουν καμμία δικαιολογία γιά τήν ἁμαρτία πού
διαπράττουν» (Ἰωάν. 15,22).
Ὁ Κύριος μέ τήν ἐνανθρώπησή Του μᾶς ἀποκαλύπτει τήν ἀλήθεια πε-
ρί τοῦ Θεοῦ, τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου. Γι’ αὐτό καί ὁ ἄνθρωπος τό-
τε ἁμαρτάνει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἀγαπήσει τό σκοτάδι περισσότε-
ρο ἀπό τό φῶς ἐπειδή οἱ πράξεις του εἶναι πονηρές (Ἰωάν. 3,19). Πῶς
μπορεῖς νά μείνεις ἀσυγκίνητος καί ἀδιάφορος στήν πρόσκληση τοῦ
Θεοῦ, ὅταν ἡ ζωή σου εἶναι γεμάτη ἀπό τό φῶς τῆς πίστεως, τῆς μετα-
νοίας, τῆς προσευχῆς, τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν συν-
άνθρωπο; Καί πῶς μπορεῖς νά ἀνταποκριθεῖς στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ,
ὅταν εἶσαι βυθισμένος στά ἔργα τοῦ σκότους καί παραμένεις μέ τήν λησή σου ἐγκλωβισμένος στόν ἐγωισμό, τήν ἀπιστία, τήν λήθη καί τήν
ἄγνοια;
Τό ἔνδυμα τοῦ γάμου
Στό σημεῖο αὐτό πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ ἀποδοχή τῆς προσ-
κλήσεως τοῦ Θεοῦ δέν συνεπάγεται αὐτόματα καί τήν σωτηρία, καθώς
μᾶς λέει ὁ Κύριος: «πολλοί γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δέ ἐκλεκτοί» (Ματθ.
20,16). Πράγματι, ἡ κατάφαση στήν πρόσκληση τοῦ Θεοῦ ἐπιφέρει καί
ὁρισμένες ὑποχρεώσεις ἐκ μέρους τοῦ πιστοῦ, δεδομένου ὅτι ἡ ἰδιότη-
τα τοῦ χριστιανοῦ δέν εἶναι μία ὁριστική καί τελική κατάσταση, ἀλλά
ἕνας διαρκής ἀγώνας πρός τήν τελειότητα μέ ἐξακολουθητικό χαρα-
κτήρα. Γίνεται κάποιος συνεχῶς χριστιανός, ὅταν ἡ πίστη ἐπιβεβαιώνε-
ται ἀπό τά ἔργα του.
Ἐπί παραδείγματι, πῶς μπορῶ νά ἰσχυρίζομαι ὅτι πιστεύω στόν Θεό
καί Τόν ἀγαπῶ ὅταν μισῶ τόν ἀδελφό μου; (Α΄ Ἰωάν. 4,20). Ὡς ἐκ τούτου, ὅταν ὁ βασιλέας τῆς παραβολῆς ἐκβάλλει στό «σκότος τό ἐξώτε-
ρον» τόν ἄνθρωπο ἐκεῖνο πού τόλμησε νά εἰσέλθει στήν αἴθουσα τοῦ
γάμου χωρίς τό κατάλληλο ἔνδυμα, οὐσιαστικά τιμωρεῖ τήν ἀναιδῆ ἀμέ-
λεια, τήν ἀδιαφορία, τήν προσβολή, τήν ἔλλειψη ἔργων ἀγάπης, πίστε-
ως, δικαιοσύνης, ἐλεημοσύνης. Μάλιστα, στόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο το-
νίζεται ἰδιαιτέρως ἡ ἀναγκαιότητα τῶν ἔργων ὡς καρποῦ τῆς νέας, ἐν
Χριστῷ ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ δέ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς πολύ εὔ-
στοχα παρατηρεῖ ὅτι «ἔνδυμα τοῦ πνευματικοῦ γάμου ἐστίν ἡ ἀρετή».
Ἡ ἀπόρριψη τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τούς βασιλικούς γάμους δέν ἔγινε
γιατί δέν φοροῦσε τό κατάλληλο ἔνδυμα, ἀλλά γιατί δέν θέλησε νά τό
φορέσει, ἀφοῦ ὁ Κύριος εἶναι Ἐκεῖνος πού μᾶς ἐνδύει μέ τό ἔνδυμα τῆς
ἀφθαρσίας. Αὐτό πού ζητεῖ εἶναι ἡ ἐλεύθερη συγκατάθεσή μας γιά αὐτή
τήν ἔνδυση, πού ἐκφράζεται κυρίως μέ τήν μετάνοια, τήν ἐξομολόγησή
μας καί τήν συμμετοχή στήν θεία Εὐχαριστία.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.ΑΠΟΣ.ΔΙΑΚΟΝΟΝΙΑ.