ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

Δ΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 1-12).

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων, ὄρθρου βαθέος ἦλθον γυναῖκες ἐπὶ τὸ μνῆμα, φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς. Εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου, καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου,καὶ ἰδού, δύο ἄνδρες ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις· ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὰ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν,εἶπον πρὸς αὐτάς· τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν; οὐκ ἔστιν ᾧδε, ἀλλ’ ἠγέρθη. Μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν, ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ, λέγων, ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν, καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι. Καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ, καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου, ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς. Ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου, καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα.Καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς, ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε, πρὸς ἑαυτόν θαυμάζων τὸ γεγονός.

Δ΄.ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 1-12).

Κατά τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας βαθιά ἦλθαν κάποιες γυναῖκε στό μνῆμα φέρνοντας ἀρώματα πού ἑτοίμασαν, καί μερικές ἄλλες μαζί τους. Καί βρῆκαν τόν λίθο ἀποκυλισμένο ἀπό τό μνημεῖο, καί ἀφοῦ μπῆκαν μέ-σα, δέν βρῆκαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου τοῦ Ἰησοῦ. Καί ἐνῷ ἀποροῦσαν αὐτές γι’ αὐτό, ξαφνικά παρουσιάσθηκαν σ’αὐτές δύο ἄνδρες μέ στολές πού ἄστραφταν καί ἐνῷ αὐτές φοβήθηκαν καί ἔσκυβαν τό πρόσωπο στή γῆ, εἶπαν σ’αὐτές· γιατί ζητεῖτε μαζί μέ τούς νεκρούς; δέν εἶναι ἐδῶ,ἀλλά ἀναστήθηκε·θυμηθεῖτε τί σᾶς εἶπε, ὅταν ἀκόμη ἦταν στή Γαλιλαία, λέγοντας ὅτι πρέπει ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ πού ἔγινε ἄνθρωπος, νά παραδοθεῖ σέ χέρια ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καί νά σταυρωθεῖ καί τήν τρίτη ἡμέρα να ἀναστηθεῖ. Καί θυμήθηκαν τά λόγια του καί ἐπιστρέφοντας ἀπό τό μνημεῖο τά ἀνήγγειλαν ὅλα αὐτά στούς ἕνδεκα καί σέ ὅλους τούς ὑπολοίπους. Καί ἦταν ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Ἰωάννα καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί οἱ ὑπόλοιπες μαζί τους, οἱ ὁποῖες ἔλεγαν αὐτά στούς Ἀποστόλους, καί τούς φάνηκαν ὡς παραλήρημα τά λόγια τους καί δυσπιστοῦσαν σ’ αὐτές, καί ὁ Πέτρος,ἀφοῦ σηκώθηκε, ἔτρεξε στό μνημεῖο, καί ἀφοῦ ἔσκυψε,βλέπει τά σάβανα ἀφημένα μόνα χωρίς τό σῶμα καί γύρισε στό κατάλυμα πού ἔμενε θαυμάζοντας γι’ αὐτό πού ἔγινε.

Ἀπόστολος Κυριακῆς

Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψὠσεως – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 13 Σεπτεμβρίου 2026

7 Σεπτεμβρίου, 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 13 Σεπτεμβρίου 2026, πρὸ τῆς Ὑψὠσεως (Γαλ. ς΄ 11-18)

Αδελφοί, ἴδετε πηλίκοις ὑμῖν γράμμασιν ἔγραψα τῇ ἐμῇ χειρί. ὅσοι θέλουσιν εὐπροσω­πῆσαι ἐν σαρκί, οὗτοι ἀναγκά­ζουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, μόνον ἵνα μὴ τῷ σταυ­ρῷ τοῦ Χριστοῦ διώκωνται. οὐδὲ γὰρ οἱ περιτετμημένοι αὐτοὶ νόμον φυλάσσουσιν, ἀλλὰ θέλουσιν ὑμᾶς περιτέμνεσθαι, ἵνα ἐν τῇ ὑμετέρᾳ σαρκὶ καυχήσωνται. ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυ­ρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰη­σοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ. ἐν γὰρ Χριστῷ­ ­Ἰησοῦ οὔτε περιτομή τι ἰσχύει οὔτε ἀκροβυστία, ἀλλὰ καινὴ κτίσις. καὶ ὅσοι τῷ κανόνι τούτῳ στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ’ αὐτοὺς καὶ ἔλεος, καὶ ἐπὶ τὸν Ἰσραὴλ τοῦ Θεοῦ. Τοῦ λοιποῦ κόπους μοι μηδεὶς παρεχέτω· ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ τοῦ πνεύματος ὑμῶν, ἀδελφοί· ἀμήν.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Καύχημα ἱερὸ

Μελετώντας κανεὶς τὴ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς θείας Λειτουργίας, ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολή, δὲν μπορεῖ νὰ μὴ θαυμάσει τὴ φλογερὴ ἀγάπη τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τὸν Χριστό, τὴ θερμὴ πίστη, τὸν πύρινο ἐνθουσιασμό, ποὺ ξεχειλίζουν ἀπὸ τὴν καρδιά του καὶ ἀποτυπώνονται στὰ ἀνεπανάληπτα ἐκεῖνα λόγια: «ἐμοὶ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ». Ποτὲ νὰ μὴ συμβεῖ νὰ καυχηθῶ γιὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο γιὰ τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ· γιὰ τὸ ὅτι ὁ Κύριος πῆρε μορφὴ δούλου γιὰ χάρη μου καὶ σταυρώθηκε γιὰ ἐμένα. Τὸ ζοῦσε αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος. Τὸ ἔνιωσε κατὰ τὴ θαυμαστὴ μεταστροφή του στὸν Χριστιανισμό. Χάρη στὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου βρῆκε τὸ ἀληθινὸ φῶς, λυτρώθηκε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, κληρονόμησε τὸν οὐρανό. Θὰ ἄξιζε πλέον νὰ καυχηθεῖ γιὰ κάτι ἄλλο ἐπίγειο;

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ καύχημα καὶ κάθε Χριστιανοῦ. «Τί ἐστι τὸ καύχημα τοῦ σταυροῦ;», ρωτᾶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Σὲ τί συνίσταται τὸ καύχημα τοῦ Σταυροῦ; Στὸ ὅτι ὁ Χριστὸς πῆρε μορφὴ δούλου γιὰ ἐμένα, καὶ ὑπέφερε ὅλα ὅσα ὑπέφερε γιὰ ἐμένα τὸν δοῦλο, τὸν ἐχθρό, τὸν ἀχάριστο. «Ἀλλ᾿ οὕτω με ἠγάπησεν, ὡς καὶ ἑαυτὸν ἐκδοῦναι» (PG 61, 679). Καὶ ὅμως μὲ ἀγάπησε τόσο πολύ, ὥστε νὰ παραδώσει ἀκόμη καὶ τὸν Ἑαυτό του. Ὁ Σταυρὸς εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Φανερώνει πόση ἀξία ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι γιὰ τὸν Θεό, ἀφοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας θυσιάσθηκε ὁ Κύριος. Δὲν ὑπάρχει κάτι τὸ ὁποῖο νὰ τιμᾶ τόσο πολὺ τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τοῦ προσδίδει τόση ἀξία, ὅσο ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ.

2. Νέα δημιουργία

Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος σημειώνει ὅτι στὴν πνευματικὴ ζωή, ποὺ χαρίζει ὁ Χριστός, δὲν ἔχουν σημασία οἱ τυπικὲς διατάξεις τοῦ Νόμου, ἀλλὰ ἰσχύει μιὰ νέα δημιουργία. Μιὰ ἀναγέννηση συμβαίνει στὸν πιστὸ μὲ τὴ Χάρι τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου· ἡ «καινὴ κτίσις», ὅπως τὴν ὀνομάζει ὁ Ἀπόστολος. Νέος ἄνθρωπος, καινούργιος ἄνθρωπος γίνεται ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει στὸν Κύριο καὶ ἑνώνεται μαζί Του. Τὸ γράφει καὶ σὲ ἄλλη Ἐπιστολή του ὁ Ἀπόστολος: «εἴ τις ἐν Χριστῷ, καινὴ κτίσις» (Β΄ Κορ. ε΄ 17). Σὰν νὰ ἀναπλάθεται, νὰ ἀνανεώνεται ἡ γερασμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ψυχή του. Ἀναγεννᾶται, ἀλλάζει ζωή, γίνεται νέος ἄνθρωπος, μὲ ἄλλα ἰδανικά, ἀνώτερους πόθους, ἐξαγνισμένες ἐπιθυμίες, καθαροὺς λογισμούς, σεμνότητα βίου.

Τέτοιες θαυμαστὲς ἀλλοιώσεις ἐπιτελοῦνται διαρκῶς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Βλέπουμε τὸν «ἐκ δεξιῶν» ληστὴ στὸν Γολγοθᾶ νὰ μετανοεῖ καὶ νὰ εἰσέρχεται στὸν Παράδεισο· τὴν πρώην ἀνήθικη γυναίκα νὰ γίνεται ὁσία, ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία· τὸν ἄλλοτε ἁμαρτωλὸ τελώνη νὰ γίνεται Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστής, ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος. Βλέπουμε πρώην ἄσωτους ἀνθρώπους νὰ γνωρίζουν τὸν Κύριο καὶ νὰ γίνονται Ἅγιοι. Ἡ θαυμαστὴ αὐτὴ ἀλλοίωση θὰ συμβεῖ καὶ στὸν καθένα μας, ἂν ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριο: ἄλλοι ἄνθρωποι, καινούργιοι, μὲ νέα καρδιά, ἀνακαινισμένο νοῦ. Σὲ τέτοιους «καινοὺς» ἀνθρώπους ὁ Κύριος θὰ χαρίσει καὶ τὴν ἄφθαρτη, τὴν «καινὴν κτίσιν» τῆς αἰωνιότητος, τοὺς «καινοὺς οὐρανοὺς» καὶ τὴν «καινὴν γῆν» (Β΄ Πέτρ. γ΄ 13) τῆς Βασιλείας του.

3. Τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου

Πρὶν κλείσει τὴν Ἐπιστολή του ὁ ἀπόστολος Παῦλος, θέλει νὰ τονίσει τὴ βαρύτητα τῶν λόγων του, ἰδιαιτέρως σὲ ὅσους τὸν ἀμφισβητοῦσαν. Στὸ ἑξῆς κανεὶς ἂς μὴ ζητεῖ ἀπολογία γιὰ ὅσα πράττω, τοὺς γράφει. «Ἐγὼ γὰρ τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματί μου βαστάζω»· διότι ἐγὼ βαστάζω στὸ σῶμα μου τὰ σημάδια τῶν πληγῶν ποὺ δέχθηκα γιὰ τὸν Κύριο. Καὶ οἱ πληγὲς αὐτὲς εἶναι ἡ ἀπολογία μου. Ἀναρίθμητα τέτοια «στίγματα» ἔφερε στὸ σῶμα του ὁ Ἀπόστολος ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὰ βασανιστήρια, ποὺ εἶχε ὑποστεῖ γιὰ τὸν Κύριο κατὰ τὶς ἀποστολικὲς περιοδεῖες του, τὶς μαστιγώσεις, τὰ χτυπήματα, τοὺς λιθοβολισμούς, τὰ ναυάγια, τὶς φυλακίσεις, τὶς ποικίλες στερήσεις. Καὶ αὐτὰ τὰ ἔνιωθε ὡς τὰ πολυτιμότερα παράσημά του.

Ἐμεῖς ἴσως νὰ μὴν ἔχουμε ἀντίστοιχα παράσημα, διότι οἱ περισσότεροι δὲν ἀντιμετωπίζουμε συνθῆκες αἱματηροῦ διω­γμοῦ γιὰ τὴν πίστη μας. Βαστάζουμε ὅμως τὰ «στίγματα τοῦ Κυρίου», ὅταν ἀντιμετωπίζουμε ἀγόγγυστα, ἀδιαμαρτύρητα, καρτερικὰ κάποια περιφρόνηση ἐξαιτίας τῆς πίστεώς μας, εἴτε κάποια ἀδικία, ἐπειδὴ τηροῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Κυρίου, εἴτε κάποια εἰρωνεία, ἐπειδὴ θέλουμε νὰ δώσουμε στὰ παιδιά μας χριστιανικὴ ἀγωγή. Τότε ὁ πόνος γίνεται παράσημο καὶ ἡ ἀδικία ἕνα «στίγμα», ἕνα σημάδι, μιὰ σφραγίδα, ποὺ βεβαιώνει ὅτι ἀνήκουμε στὸν Κύριο.
Αὔριο θὰ ἑορτάσουμε τὴν Ὕψωση τοῦ τιμίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ τοῦ Κυρίου. Ἂς ζητήσουμε τὴ Χάρι του, τὴν ἐνίσχυσή του, ὥστε νὰ βαστάζουμε τὰ «στίγματα τοῦ Κυρίου» στὴ ζωή μας, βεβαιώνοντας ἔτσι ὅτι ἀνήκουμε σ᾿ Ἐκεῖνον.ΣΩΤΗΡ.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Ἰωάν. γ΄ 13-17) 13 Σεπτεμβρίου 2026

Μετάφραση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς
Εἶπεν ὁ Κύριος: Κανείς δέν ἀνέβηκε στόν οὐρανό, ἐκτός ἀπό ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος
εἶναι στόν οὐρανό. Καί ὅπως ὁ Μωυσῆς ὕψωσε τό φίδι στήν ἔρημο, ἔτσι πρέπει
νά ὑψωθεῖ καί ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου, ὥστε ὅποιος πιστεύει σέ αὐτόν νά μή χαθεῖ,
ἀλλά νά ἔχει αἰώνια ζωή. Γιατί, τόσο πολύ ἀγάπησε ὁ Θεός τόν κόσμο, ὥστε
προσέφερε τόν Υἱό του τόν Μονογενή γιά νά μή χαθεῖ ὅποιος πιστεύει σέ αὐτόν,
ἀλλά νά ἔχει αἰώνια ζωή. Γιατί ὁ Θεός δέν ἔστειλε τόν Υἱό του στόν κόσμο γιά νά
καταδικάσει τόν κόσμο, ἀλλά γιά νά σωθεῖ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ.
(Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ).

Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Ἡ Εὐαγγελική περικοπή, ἡ ὁποία ἀναγινώσκεται στήν σημερινή θεία Λει-
τουργία, προέρχεται ἀπό τήν συνομιλία τοῦ Κυρίου μέ τόν Νικόδημο, ὁ
ὁποῖος ἦταν διδάσκαλος τοῦ Ἰσραήλ καί μέλος τοῦ Ἰουδαϊκοῦ Μεγάλου
Συνεδρίου. Ἡ περικοπή συνδέεται ἄμεσα μέ τήν σταυρική θυσία τοῦ Χρι-
στοῦ καί, ὡς ἐκ τούτου, ἡ Ἐκκλησία ὥρισε νά ἀναγινώσκεται κατά τήν Κυ-
ριακή πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Τό νόημα
τῆς ἐπικείμενης ἑορτῆς τοῦ Σταυροῦ συνοψίζεται στούς τελευταίους στί-
χους τῆς περικοπῆς: «Γιατί, ὁ Θεός δέν ἔστειλε τόν Υἱό Του στόν κόσμο
γιά νά καταδικάσει τόν κόσμο, ἀλλά γιά νά σωθεῖ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ».
Ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ
Ὅταν ἦλθε «τό πλήρωμα τοῦ χρόνου», ἡ ὥρα δηλαδή πού εἶχε καθο-
ρίσει ὁ Θεός, ἀπέστειλε τόν Υἱό Του στόν κόσμο (Γαλ. 4,4). Ἡ ἀποστολή
αὐτή ἀναφέρεται στό μυστήριο τῆς θείας κενώσεως, τῆς ἐνσαρκώσεως
τοῦ Λόγου, τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Υἱός τοῦ Θε-
οῦ εἰσέρχεται στήν ἱστορική πραγματικότητα. Γίνεται Ἰησοῦς Χριστός,
δηλαδή στήν ὑπόσταση, στό πρόσωπό Του ἑνώνεται ἀσυγχύτως καί ἀδι-
αιρέτως ἡ Θεότητα μέ τήν ἀνθρωπότητα. Χρίεται ἡ ἀνθρώπινη φύση Του
ἀπό τήν θεότητά Του καί ἔτσι γίνεται Σωτήρ ὅλων τῶν ἀνθρώπων, «παγ-
γενοῦς τοῦ Ἀδάμ».
Θυσιάζεται ἑκουσίως ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί αὐτοπροσφέρε-
ται ὡς λύτρο γιά τήν ἀναγέννηση καί σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀναλαμ-
βάνει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου, τήν ὁποία καθηλώνει στόν Σταυρό Του,
ἀντιπροσφέροντας σέ κάθε πιστό ἐν ἐλευθερίᾳ τήν ἀληθινή καί αἰώνια
ζωή. Τοιουτοτρόπως, ὁ Θεός ἐκφράζει τήν ἄπειρη, ἀνέκφραστη καί ἀπε-
ρινόητη ἀγάπη Του γιά τόν ἄνθρωπο, ἀφοῦ μόνο στό Πρόσωπο τοῦ Ἰη-
σοῦ Χριστοῦ συναντᾶται λυτρωτικά ὁ Θεός μέ τόν ἄνθρωπο.Συνάντηση Θεοῦ καί ἀνθρώπου
Ἡ συνάντηση αὐτή, ἡ ὁποία προϋποθέτει τήν συγκατάθεση καί τήν
συνέργεια τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται μέθεξη, κοινωνία, ἕνωση τοῦ κτιστοῦ
μέ τό ἄκτιστο. Ὁ φθαρτός καί πεπερασμένος ἄνθρωπος γίνεται, μέ τήν
Χάρι τοῦ Θεοῦ, ἅγιος, αἰώνιος, ἀθάνατος, πλήρης Πνεύματος Ἁγίου.
Μετέχει ἀπό τόν παρόντα βίο στήν καινή κτίση, τήν νέα δημιουργία καί
ζωή, στήν ἐρχόμενη Βασιλεία, τήν ὁποία ἐπαγγέλλεται τό ἀψευδές στό-
μα τοῦ Κυρίου.
Ἑπομένως, ὁ Κύριος σαρκώνεται, γίνεται καί ἄνθρωπος, ὄχι γιά νά
καταδικάσει τόν ἄνθρωπο, ἀλλά γιά νά τόν σώσει ἀπό τήν κυριαρχία τῆς
ἁμαρτίας, τοῦ διαβόλου, τοῦ θανάτου. «Ἵνα μή ἀπόληται»· γιά νά τόν
διαφυλάξει σῶον, ἀκέραιο, χωρίς τόν κατακερματισμό, τήν διαίρεση,
τήν ἀπώλεια πού ἐπιφέρουν ἡ φιλαυτία, ἡ ἰδιοτέλεια, ἡ ἀδικία καί ἄλλες
μορφές ἀστοχίας τῆς ἀνθρώπινης ἀφροσύνης. Ὁ Χριστός εἶναι χωρίς
καμμία διάκριση καί προσωποληψία (Ρωμ. 2,11) τό Φῶς καί ὁ Σωτήρ
ὅλων τῶν ἐθνῶν, ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου καί πάντων τῶν ἀνθρώπων
πού ἐπιθυμοῦν τήν σωτηρία τους καί πιστεύουν στό ἅγιο Ὄνομά Του.
Ἡ ἐν Χριστῷ σωτηρία τοῦ κόσμου
Γι’ αὐτό καί ἡ λέξη κόσμος, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται τρεῖς φορές
στούς τελευταίους στίχους τῆς περικοπῆς μας, ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη θεολο-
γική καί πνευματική σημασία. Ἀρκετά συχνά στήν Ἁγία Γραφή ἡ λέξη
αὐτή ἔχει ἀρνητικό περιεχόμενο, ἀφοῦ σημαίνει τό κοσμικό φρόνημα,
δηλαδή τήν ἀλλοτρίωση καί ἀπομάκρυνση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Θεό,
τήν ἐχθρότητα ἤ ἀδιαφορία ἔναντι τοῦ θελήματος καί τοῦ ἔργου τοῦ
Θεοῦ, τήν ὑποδούλωση στήν φθορά καί τήν ματαιότητα. Ὅμως στήν ρικοπή μας, καθώς καί σέ ἄλλα σημεῖα τῆς Γραφῆς, κόσμος σημαίνει
τήν δημιουργία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἔκφραση τῆς ἀγάπης, τῆς δυνάμεως, τῆς
σοφίας, τῆς δόξης Του.
Καί κορωνίς αὐτοῦ τοῦ κόσμου εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰ-
κόνα τῆς ἀρρήτου δόξης τοῦ Θεοῦ, «εἰ καί στίγματα φέρει πταισμάτων»
(Νεκρώσιμος Ἀκολουθία). Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος λέει
ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «οἷός τις κόσμος δεύτερος», σάν ἕνας δεύτερος
δηλαδή κόσμος πού νοηματοδοτεῖ καί τήν ὑπόλοιπη δημιουργία, «ἄγγε-
λος ἄλλος, βασιλεύς τῶν ἐπί γῆς, βασιλευόμενος ἄνωθεν, ἐπίγειος καί
οὐράνιος, πρόσκαιρος καί ἀθάνατος». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ἡ σωτηρία
καί ἡ εὐκοσμία τοῦ κόσμου, ὁ Ὁποῖος κοσμεῖ καί ἀντιδοξάζει μέ τό ἄρ-
ρητον καλόν καί κάλλος αὐτούς πού τόν δοξάζουν ὡς Θεό καί Σωτῆρα·
ὡς ἀπαύγασμα τῆς δόξης τοῦ Πατρός.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ