Γέροντα, ἔγινε ἡ τελικὴ διάγνωση. Ὁ ὄγκος ποὺ ἔχετε εἶναι καρκίνος, καὶ μάλιστα ἄγριος.
– Φέρε ἕνα μαντήλι νὰ χορέψω τὸ «Ἔχε γεια, καημένε κόσμε»! Ἐγὼ ποτὲ δὲν χόρεψα στὴν ζωή μου, ἀλλὰ τώρα ἀπὸ τὴν χαρά μου ποὺ πλησιάζει ὁ θάνατος θὰ χορέψω.
– Γέροντα, ὁ γιατρὸς εἶπε ὅτι πρέπει νὰ γίνουν πρῶτα ἀκτινοβολίες, γιὰ νὰ συρρικνωθεῖ ὁ ὄγκος, καὶ μετὰ νὰ γίνει ἐπέμβαση.
– Κατάλαβα! Πρῶτα θὰ βομβαρδίσει ἡ ἀεροπορία καὶ μετὰ θὰ γίνει ἡ ἐπίθεση! Λοιπὸν θὰ πάω ἐπάνω καὶ θὰ σᾶς φέρω νέα!… Μερικοί, ἀκόμη καὶ γέροι, ἄν τους πεῖ ὁ γιατρὸς «θὰ πεθάνεις» ἢ «πενήντα τοῖς ἑκατὸ ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ ζήσεις», στεναχωριοῦνται. Θέλουν νὰ ζήσουν. Τί θὰ βγάλουν; Ἀπορῶ! Ἂν εἶναι κανεὶς νέος, ε, κάπως δικαιολογεῖται, ἀλλὰ ἕνας γέρος νὰ κάνη προσπάθεια νὰ ζήση, αὐτὸ δὲν τὸ καταλαβαίνω. Ἄλλο εἶναι νὰ κάνη μιὰ θεραπεία, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἀντέξει κάπως τὸν πόνο. Δὲν θέλει δηλαδὴ νὰ παρατείνει τὴν ζωή του, ἀλλὰ θέλει μόνο νὰ εἶναι λίγο πιὸ ὑποφερτοὶ οἱ πόνοι καὶ νὰ αὐτοεξυπηρετεῖται, μέχρι νὰ πεθάνει΄αὐτὸ ἔχει νόημα.
– Γέροντα, παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ σᾶς δώσει παράταση ζωῆς.
– Γιατί; Ὁ Ψαλμὸς δὲν λέει ὅτι ἑβδομήκοντα εἶναι τὰ χρόνια της ζωῆς μας;
– Προσθέτει ὅμως ὁ Ψαλμωδὸς καὶ «ἐὰν ἐν δυναστείαις, ὀγδοήκοντα»…
– Ναί, ἀλλὰ λέει καὶ «τὸ πλεῖον αὐτῶν κόπος καὶ πόνος», ὁπότε καλύτερη ἡ ἀνάπαυση στὴν ἄλλη ζωή!
– Μπορεῖ, Γέροντα, κάποιος ἀπὸ ταπείνωση νὰ μὴν αἰσθάνεται ἕτοιμος πνευματικὰ γιὰ τὴν ἄλλη ζωὴ καὶ νὰ θέλει ἀκόμη νὰ ζήση, γιὰ νὰ ἑτοιμασθεῖ;
– Αὐτὸ εἶναι καλό, ἀλλὰ ποῦ ξέρει ὅτι, ἂν ζήση κι ἄλλο, δὲν θὰ γίνει χειρότερος;
– Γέροντα, πότε συμφιλιώνεται κανεὶς μὲ τὸν θάνατο;
– Πότε; Ἅμα ζεῖ μέσα του ὁ Χριστός, τότε εἶναι χαρὰ ὁ θάνατος. Ὄχι ὅμως νὰ χαίρεται ποὺ θὰ πεθάνει, γιατί βαρέθηκε τὴν ζωή του. Ὅταν χαίρεσαι τὸν θάνατο, μὲ τὴν καλὴ ἔννοια, φεύγει ὁ θάνατος καὶ πάει νὰ βρεῖ κανέναν φοβητσιάρη!»
Σύμφωνα μὲ μαρτυρία τοῦ γιατροῦ, τοῦ Γεωρ. Μπλατζά, κάποια ἡμέρα ο γέροντας τοῦ εἶπε ὅτι ἡ θεραπεία θὰ σταματήσει, γιατί, όπως του είπε ο ίδιος:
«Τώρα δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε. Χθὲς θέλησα νὰ προσευχηθῶ γονατιστὸς καὶ δὲν μπόρεσα. Δὲν μπορῶ νὰ δῶ κανέναν΄ ἔληξε ἡ ἀποστολή μου. Αὐτὸ ἦταν. Ἐδῶ θὰ μὲ ἀφήσετε».
«Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ τὸν εἶδα», λέει ὁ γιατρός του … «ἑπτὰ ἡμέρες πρὶν κοιμηθῆ, φαίνεται ἤμουν στενοχωρημένος. Πολλὲς φορὲς μὲ ἀπασχολοῦσε τὸ θέμα, ἂν αὐτὸ ποὺ κάνουμε στοὺς ἀρρώστους εἶναι τὸ σωστό.
Μοῦ εἶπε: “Ἄκουσε Γιῶργο. Ὅλα ἔγιναν ὅπως ἔπρεπε. Ἄξιος ὁ μισθός σου. Μὴ στενοχωριέσαι. Ἤθελα νὰ ξέρης, ὅποτε μὲ χρειασθῆς, θὰ εἶμαι κοντά σου”.
–Γέροντα, τὸ συκώτι σᾶς πρήστηκε καὶ σᾶς πονάει, τοῦ εἶπα, γιατί εἶχε κάνει μεταστάσεις φοβερές.
Χαμογέλασε καὶ μοῦ εἶπε: ‘Ά, αὐτὸ εἶναι τὸ καμάρι μου, μὴ στενοχωριέσαι. Αὐτὸ μὲ κράτησε ὡς τὰ ἑβδομῆντα, καὶ αὐτὸ τώρα μὲ στέλνει, ὅσο πιὸ γρήγορα μπορεῖ, ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ πάω. Μὴ στενοχωριέσαι γι’ αὐτό, μιὰ χαρὰ εἶμαι».
Το κείμενο αποτελεί απόσπασμα από την εργασία: ΠΩΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΑΝ ΤΗΝ ΑΡΡΩΣΤΙΑ: ΤΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓ. ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ, ΓΈΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ.
