Skip to content

Αγαπητοί μου, μιὰ παλιὰ ἱστορία, ποὺ ἔγινε πρὶν ἀπὸ χίλια πεντακόσα χρόνια, ὅταν ζοῦσε ὁ Μωυσῆς. Εἶνε ἕνα γεγονὸς ποὺ συνέβη στοὺς Ἑβραίους, ἕνα λαὸ ποὺ ὁ Θεὸς ἀγάπησε περισσότερο ἀπ᾽ ὅλους τοὺς ἄλλους. Τὸν εὐλόγησε, ἔκανε θαύματα γι᾽ αὐτόν· ἄνοιξε βράχια γιὰ νὰ τὸν ποτίσῃ, ἔβρεξε μάννα ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ τὸν θρέψῃ, τὸν εὐεργέτησε μὲ μύριους τρόπους, μὲ ὅλα τ᾽ ἀγαθά. Καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς τί ἔκανε; εὐχαριστοῦσε τὸ Θεό; Ὄχι δυστυχῶς. Ἦταν ἀγνώμονες, ἀχάριστοι. Τὴ μπουκιὰ εἶχαν στὸ στόμα καὶ γόγγυζαν καὶ ἀσεβοῦσαν στὸ Θεό…
Καὶ ἦρθε ἡ τιμωρία. Μιὰ μέρα, ἐκεῖ ποὺ διασκέδαζαν καὶ χόρευαν γυναῖκες καὶ ἄντρες, ἐκεῖ ποὺ μεθοῦσαν καὶ ἀσεβοῦσαν στὸ Θεὸ κι ἀντιμιλοῦσαν στὸν προφήτη Μωυσῆ – τί ἔγινε; Ξαφνικὰ ἀπ᾽ ὅλες τὶς πέτρες καὶ τὶς τρύπες τῆς γῆς βγῆκαν φίδια· φίδια πολλά, ἀναρίθμητα! Ἔπεφταν πάνω τους καὶ δάγκωναν ὅλους, παιδιά, γυναῖκες, ἄντρες, γέρους, νέους, νήπια. Ἦταν ὀχιὲς φαρμακερές· ὅποιον δάγκωναν σὲ λίγα λεπτὰ ξεψυχοῦσε. «Καὶ ἀπέθανε λαὸς πολὺς τῶν υἱῶν Ἰσραήλ», λέει ἡ Γραφή (Ἀρ. 21,6)…
Θρῆνος – κοπετός, καὶ δὲν προλάβαιναν νὰ θάβουν νεκροὺς στὴν ἔρημο. Θρηνώντας ἔλεγαν· «Κύριε ἐλέησον», «Θεέ μας, συχώρεσέ μας», «Κύριε ἐλέησον, σῶσε μας»!
Τοὺς λυπήθηκε ὁ Θεός. Κάλεσε τὸ Μωυσῆ καὶ τοῦ λέει· Ἔπρεπε νὰ μὴ μείνῃ οὔτε ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς· τέτοιο ἀγνῶμον γένος, τέτοια ἀχάριστη φυλή, ἔπρεπε νὰ ξεπατωθῇ, νὰ μὴ μείνῃ οὔτε σπόρος. Ἀλλὰ βλέπω τώρα τὰ δάκρυά τους, τοὺς λυπᾶμαι κι ἀποφάσισα νὰ τοὺς σώσω. Λοιπὸν «ποίησον σεαυτῷ ὄφιν καὶ θὲς αὐτὸν ἐπὶ σημείου, καὶ ἔσται ἐὰν δάκῃ ὄφις ἄνθρωπον, πᾶς ὁ δεδηγμένος ἰδὼν αὐτὸν ζήσεται» (ἔ.ἀ. 21,8). Πάρε χαλκό, λειῶσε τον στὸ καμίνι καὶ κάνε ἕνα φίδι χάλκινο-μπρούτζινο· μετὰ πάρε ἕνα ξύλο, δέσε πάνω του τὸ μπρούτζινο φίδι, στῆσε το στὴ μέση τοῦ καταυλισμοῦ σας στὴν ἔρημο, καὶ πές τους· Σᾶς λυπήθηκε ὁ Κύριος. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ στήθηκε πάνω στὸ ξύλο τὸ μπρούτζινο αὐτὸ φίδι, δὲν ὑπάρχει κίνδυνος. Ὅποιον τὸν δαγκώσῃ φίδι, δὲν ἔχει νὰ κάνῃ τίποτ᾽ ἄλλο παρὰ νὰ γυρίσῃ, ὅπου κι ἂν βρίσκεται, νὰ ῥίξῃ τὸ βλέμμα του πάνω στὸ ξύλο, ν᾽ ἀτενίσῃ τοῦτο τὸ φίδι, κι ἀμέσως θὰ σωθῇ.
Αὐτὸ γεγονὸς ἦταν μία προτύπωσις τοῦ τιμίου σταυροῦ. Εἶνε μία συμβολικὴ παράστασι ἀφ᾽ ἑνὸς μὲν τοῦ κινδύνου ποὺ διατρέχει ἡ ἀνθρωπότης, καὶ ἀφ᾽ ἑτέρου τοῦ μέσου μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς σῴζει τὸν κόσμο…
Ἀόρατα καὶ ὁρατὰ φίδια συνοψίζονται ὅλα σὲ μιὰ λέξι· ἁμαρτία, αὐτὴ εἶνε τὸ φαρμακερὸ φίδι. Δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς, τὸ λέει ἡ Γραφή· Μακριὰ ἀπ᾽ αὐτήν! «Ὡς ἀπὸ προσώπου ὄφεως φεῦγε ἀπὸ ἁμαρτίας» (Σ.Σειρ. 21,2)…
Ὅποιος πιστεύει στὸ Χριστὸ καὶ στὴ θυσία του, ὅποιος καταφεύγει στὴν Ἐκκλησία του, ὅποιος ἀνοίγει καὶ μελετᾷ τὸ Εὐαγγέλιό του, ὅποιος ζῇ μὲ τὰ προστάγματά του, αὐτὸς σῴζεται ἀπὸ τὸν πνευματικὸ θάνατο καὶ βρίσκει τὴν αἰώνια ζωή· ἀμήν.iskiriaki.Συντάκτης (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ν. Καντιώτης.