Στο Σινά, εκεί στο ασκητήριο της Αγίας Επιστήμης όπου έμενα, το νερό ήταν ελάχιστο. Μιά–μιά σταγόνα έτρεχε από έναν βράχο μέσα σε μια σπηλιά, καμμιά εικοσαριά μέτρα μακριά από το ασκητήριο. Είχα κάνει μια στερνίτσα και μάζευα τρία κιλά νερό το εικοσιτετράωρο.
σΌταν πήγαινα να πάρω νερό, έβαζα το τενεκάκι να γεμίση και έλεγα τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Έβρεχα με το χέρι μου λιγάκι μόνον το μέτωπο, γιατί αυτό με βοηθούσε – μου το είχε πει ένας γιατρός να το κάνω – έπαιρνα λίγο νερό, για να έχω να πιώ, μάζευα και λίγο σε ένα τενεκάκι για τα πουλάκια και τα ποντικάκια που είχε το ασκητήριο. Αυτό το νερό ήταν και για να πλύνω ένα ρούχο κ.λπ. Τί χαρά, τί ευγνωμοσύνη ένιωθα γι᾿ αυτό το λίγο νερό που είχα! Δοξολογία, γιατί είχα νερό! Όταν ήρθα στο Άγιον Όρος και έμεινα για λίγο καιρό στην Σκήτη των Ιβήρων, επειδή εκεί είναι προσήλιο το μέρος, είχε πολύ νερό. Είχε μια στέρνα που ξεχείλιζε και το νερό έτρεχε απʹ έξω.
Ού, έπλενα και τα πόδια και το κεφάλι…, αλλά είχα ξεχασθή. Στο Σινά βούρκωναν τα μάτια μου από ευγνωμοσύνη για το λίγο νερό, ενώ στην Σκήτη ξεχάσθηκα από την αφθια νερού.
Γι᾿ αυτό έπειτα πήγα και έμεινα καμμιά ογδονταριά μέτρα πιο μακριά και είχα μια στέρνα μικρή. Πώς χάνεται, πώς ξεχνιέται κανείς με την αφθονία! Πρέπει να αφήσουμε εν λευκώ τον εαυτό μας στην θεία πρόνοια, στο θείο θέλημα, και ο Θεός θα μας φροντίση.
Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Β’ «Πνευματική Αφύπνιση»
