Ἦχος πλ. β´ – Ἑωθινόν Α´
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΗ´ 16 – 20
16 Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς. 17 καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν. 18 καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς. 19 πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, 20 διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.
16 Οἱ δὲ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἰς τὸ ὅρος τὸ ὁποῖον ὥρισεν εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς. 17 Καὶ ἀφοῦ τὸν εἶδαν, τὸν προσεκύνησαν, μερικοὶ δὲ ἐδοκίμασαν κάποιαν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ ἂν ἦτο αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς. 18 Καὶ πλησιάσας ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὡμίλησε καὶ εἶπε· Ἐδόθη καὶ εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν μου κάθε ἐξουσία εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐπὶ τῆς γῆς. 19 Λοιπὸν ὑπάγετε καὶ κάμετε μαθητάς σας ὅλα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· 20 διδάσκοντες αὐτοὺς νὰ φυλάττουν εἰς τὸν βίον των ὅλα τὰ ἠθικὰ παραγγέλματα, ὅσα σᾶς ἔδωκα ὡς ἐντολάς.Καὶ ἰδοὺ ἐγώ, ποὺ ἔλαβον πᾶσαν ἐξουσίαν, θὰ εἶμαι μαζί σας βοηθὸς καὶ παραστάτης σας ὅλας τὰς ἡμέρας, μέχρις οὗ συντελεσθῇ καὶ λάβῃ τέλος ὁ αἰὼν αὐτός.Ἀμήν.
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Ρωμ. ι´ 11 – ια´ 2)16 Νοεμβρίου 2025
Μετάφραση τῆς Ἀποστολικῆς περικοπῆς
Ἀδελφοί, ἡ Γραφή λέγει: « Ὅποιος πιστεύει στόν Θεό, δέν θά ντροπιαστεῖ». Πραγματικά, δέν ὑπάρχει διάκριση ἀνάμεσα σέ Ἰουδαῖο καί Ἕλληνα, γιατί ὁ ἴδιος Κύ –
ριος εἶναι Κύριος ὅλων καί δίνει πλουσιοπάροχα τή χάρη του σ᾿ ὅλους ὅσοι τόν
ἐπικαλοῦνται: «Γιατί ὅποιος ἐπικαλεσθεῖ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου θά σωθεῖ». Πῶς
ὅμως θά ἐπικαλεσθοῦν ἐκεῖνον, στόν ὁποῖο δέν ἔχουν πιστέψει; Πῶς θά πιστέψουν
σ᾿ ἐκεῖνον, γιά τόν ὁποῖο δέν ἔχουν ἀκούσει; Πῶς θά ἀκούσουν γι᾿ αὐτόν, χωρίς
νά τόν κηρύξει κάποιος; Πῶς θά τόν κηρύξουν, ἄν δέν ἀποσταλοῦν κάποιοι;
Ὅπως εἶπε ἡ Γραφή: «Πόσο ὡραῖα εἶναι τά πόδια ἐκείνων, πού εὐαγγελίζονται τήν
εἰρήνη, πού εὐαγγελίζονται τά ἀγαθά τῆς σωτηρίας». Δέν ὑπάκουσαν ὅμως ὅλοι
στό Εὐαγγέλιο, ὅπως εἶπε καί ὁ Ἡσαΐας: «Κύριε, ποιός πίστεψε σ᾿ ὅσα ἀκούσαμε;». Ἄρα, ἡ πίστη προκαλεῖται ἀπό τό ἄκουσμα τοῦ κηρύγματος, τό ἄκουσμα
προκαλεῖται ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀναρωτιέμαι ὅμως, μήπως δέν ἄκουσαν τό
κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου (οἱ Ἰουδαῖοι); Βεβαίως τό ἄκουσαν, ἀφοῦ «ἡ φωνή τους
ἀκούστηκε σ᾿ ὅλη τή γῆ, καί τά λόγια τους διαδόθηκαν στά πέρατα τῆς οἰκου –
μένης». Ἀλλά ἀναρωτιέμαι, μήπως οἱ Ἰσραηλίτες δέν κατάλαβαν; Πρῶτος ὁ Μωυ –
σῆς λέγει ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ: «Θά σᾶς κάνω νά ζηλέψετε ἕνα ἔθνος πού δέν
εἶναι ἔθνος, καί νά ἐξοργισθεῖτε γιά ἕνα ἀσύνετο ἔθνος». Ὁ Ἡσαΐας τολμᾶ καί
λέγει ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ: «Αὐτοί πού δέν μέ ἀναζητοῦσαν, μέ βρῆκαν, καί φανερώθηκα σ᾿ αὐτούς πού δέν ρωτοῦσαν γιά μένα». Πρός τόν ἰσραηλιτικό λαό λέγει
ὁ Θεός: « Ὅλη τήν ἡμέρα ἅπλωνα τά χέρια μου σ᾿ ἕνα λαό πού δέν πίστευε καί
πού ἀντιμιλοῦσε». Διερωτῶμαι, λοιπόν, μήπως ὁ Θεός ἀπέρριψε τόν λαό του;
Ὄχι, βέβαια, γιατί καί ἐγώ εἶμαι Ἰσραηλίτης, ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ καί ἀπό τή
φυλή Βενιαμίν. Δέν ἀπέρριψε ὁ Θεός τόν λαό του, τόν ὁποῖον ἐξέλεξε πρίν ἀπό
τούς ἄλλους λαούς.
(Ἀπό τή νέα ἔκδοση: Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ
Στή σύνδεση τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς μας μέ τήν ἀποδοχή τοῦ λόγου
τοῦ Θεοῦ καί τήν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν προβαίνει ὁ Πρωτοκορυφαῖος Παῦλος, στό σημερινό Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Διδάσκει ὅτι καθένας πού θά ἐπικαλεστεῖ τό ὄνομα τοῦ Κυρίου, θά σωθεῖ. Γιά νά συμβεῖ
ὅμως αὐτό, πρέπει νά πιστέψει στόν Χριστό, ὡς Σωτῆρα καί Λυτρωτή.
Καί αὐτή ἡ πίστη ἔρχεται διά τοῦ θείου λόγου, τόν ὁποῖο ἀναλαμβάνει ἡ
Ἐκκλησία νά διδάξει διά τῶν διδασκάλων της. Ἀλλά δέν ἀρκεῖ μόνον
αὐτό. Ἀπαιτεῖται ἡ ἀποδοχή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, πού συνίσταται στήν
τήρηση τῶν ἐντολῶν Του. Προηγεῖται, δηλαδή, ἡ ἐναλλαγή συγκεκριμένων προϋποθέσεων, πού ὁδηγοῦν στή σωτηρία.
Στό ἐπίκεντρο ἡ κάθε τοπική Ἐκκλησία
Ἀπό τή διδασκαλία αὐτή γίνεται σαφής ἡ βασική ἀποστολή τῆς
Ἐκκλησίας, πού εἶναι ἡ προσφορά τοῦ θείου λόγου σέ ὅλους τούς
ἀνθρώπους, ἀνεξαιρέτως, ὅλες τίς ἐποχές καί μέ ὅλους τούς τρόπους.
Κέντρο αὐτῆς τῆς προσφορᾶς εἶναι ἡ κάθε τοπική Ἐκκλησία, Ἐνορία καί
οἱ Μονές, γιά τίς ἀδελφότητες καί τούς προσκυνητές τους. Σέ διαφορετική περίπτωση, ἄν δηλαδή ἡ Ἐκκλησία δέν ἀνταποκρίνεται στό ὑψηλό
αὐτό καθῆκον, δέν ἐκπληρώνει τήν ἀποστολή της. Ἔλεγε μακαριστός
γέρων ὅτι, «δέν ὑπάρχει ἐλπίδα πνευματικῆς ζωῆς, ἐάν δέν ὑπάρχει λόγος τοῦ Θεοῦ. Εἶναι προτιμότερο νά ἀλλάξουμε μοναστήρι (ἤ ἐνορία)
καί νά ἀναζητήσουμε κάποιον πού εἶναι ἔστω μιά ταπεινή φωνή, ἀρκεῖ
νά μιλάει γιά τόν Θεόν, παρά νά καθίσωμε στό μοναστήρι αὐτό καί ἄν
ἀκόμη ὑπάρχει ἁγιότης» (ἱερομόναχος Αἰμιλ. Σιμωνοπετρίτης).
Στή συνέχεια, ἀπαιτεῖται ἡ ἀποδοχή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί ἡ πρόσληψή του ὡς ἀνάγκη, προκειμένου ἡ πνευματική ζωή νά διατηρεῖται ἀκμαία καί ἀειθαλής. Δίδασκε μακαριστός Μητροπολίτης ὅτι «ὁ λόγος
τοῦ Θεοῦ εἶναι τόσο ἀναγκαῖος γιά τήν πνευματική ζωή τοῦ ἀνθρώπου
ὅσο εἶναι τό ψωμί γιά τή σωματική του συντήρηση. “Ἄρτῳ μέν σῶμα
τρέφεται, λόγῳ δέ θείῳ ψυχή στηρίζεται”, διδάσκει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ
Χρυσόστομος. Ὁ ἄρτος, “ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς”, εἶναι τόσο ἀναγκαῖος ὅσο καί “ὁ ἄρτος ὁ ἐπιούσιος”, μᾶλλον δέ σέ ὁρισμένες περιπτώσεις ὁ θεῖος Λόγος εἶναι ἀναγκαιότερος ἀπό τήν ὑλική τροφή».
Ἡ παιδαγωγία τῶν θείων ἐντολῶν
Τό ἑπόμενο καί καθοριστικό στάδιο, πού νοηματοδοτεῖ τήν πίστη,
εἶναι ἡ τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν. Μέ ἁπλό, ἀλλά καί βαθύ λόγο, δίδασκε αὐτή τήν ἀλήθεια ὁ ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης: «Τό βρέφος, πρίν
γεννηθεῖ, εἶναι φυλαγμένο μέσα στήν κοιλιά τῆς μητέρας του. Εἶναι ὑπό
περιορισμόν. Ὅταν γεννηθεῖ, οἱ γονεῖς τό βάζουν στό κρεβατάκι του,
πού γύρω-γύρω ἔχει κάγκελα. Εἶναι σάν νά τό βάζουν σέ μιά φυλακή.Αὐτό, ὅμως, τό κάνουν ἀπό ἀγάπη, γιά τό καλό του. Μόλις ἀρχίσει νά κάνει βήματα, τό πιάνουν ἀπό τό χέρι, γιά νά μήν πέφτει. Καί, ὅταν μεγαλώσει, ὑπάρχουν οἱ νόμοι τοῦ κράτους, πού πρέπει νά τούς τηρεῖ. Χρειάζεται, δηλαδή, νά ὑπάρχει δέσμευση, γιατί ἡ ἀσυδοσία καί ἡ ἀνυποταξία ὁδηγοῦν στήν καταστροφή. Ἔτσι καί οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ προφυλάσσουν τούς ἀνθρώπους, γιά νά μήν πέφτουν. Ὁ Θεός δηλαδή, ἀπό
ἀγάπη, γιά τό καλό μας, ἔδωσε τίς ἐντολές, γιά νά μᾶς βοηθήσει νά διορθωθοῦμε. Δέν εἶναι ὅτι ὁ Θεός ἔχει ἀνάγκη νά κάνουμε τό θέλημά Του·
ἐμεῖς ἔχουμε ἀνάγκη νά κάνουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά αὐτό πρέπει νά τό αἰσθανθοῦμε ὡς ἀνάγκη».
Ὑπό τίς προϋποθέσεις αὐτές νοηματοδοτεῖται ἡ πίστη καί γίνεται
ὁδός σωτηρίας. Διαφορετικά, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή,«εἶναι τυφλή ἡ πίστη αὐτοῦ πού δέν ἐφαρμόζει τίς προσταγές τοῦ Θεοῦ
καί πού νομίζει ὅτι πιστεύει. Ἀφοῦ τά προστάγματα τοῦ Θεοῦ εἶναι φῶς,
εἶναι ὁλοφάνερα σίγουρο ὅτι βρίσκεται στό σκοτάδι αὐτός πού δέν συμμορφώνεται μέ τά θεϊκά προστάγματα καί, κατά συνέπεια, φέρει ἀνούσια τό ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ καί ψεύδεται, κάθε φορά πού θέλει νά λέγεται καί νά θεωρεῖται χριστιανός».
Ἄς προσέξουμε τόν λόγο τῶν Ἁγίων. Πρῶτοι αὐτοί ἐφαρμόζουν τίς
ἐντολές τοῦ Θεοῦ στή ζωή τους, δείχνοντας σέ ὅλους μας τόν δρόμο
καί τόν τρόπο τῆς σωτηρίας μας.
Ἀρχιμ. Ἐ. ΟἰκΑΠ ΔΙΑΚ.
Ευαγγελική περικοπή για την Μνήμη του αγίου Ευαγγελιστού Ματθαίου, 16/11/2025
Ματθ. θ΄ 9-13
Η κλήση του αποστόλου Ματθαίου
Απόδοση στη Νέα Ελληνική
9 Κάποια άλλη στιγμή ο Ιησούς περνούσε από το τελωνείο. Και είδε εκεί ένα τελώνη*, που τον έλεγαν Ματθαίο, να κάθεται στο γραφείο του. Και του είπε:
– Ακολούθησέ με!…
Και άφησε αμέσως το επάγγελμά του. Και Τον ακολούθησε!
10 Και μετά, επήγαν στο σπίτι του. Και εκεί πολλοί τελώνες και άλλοι αμαρτωλοί παρακάθησαν σε γεύμα μαζί με τον Ιησού και τους μαθητές Του. 11 Μα αυτό έγινε γνωστό στους Φαρισαίους. Και είπαν στους μαθητές Του:
– Τι είναι εκείνο που κάνει το διδάσκαλό σας να συντρώγει με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς;
12 Ο Ιησούς, όταν το έμαθε, είπε:
– Ιατρό δε χρειάζονται οι γεροί, αλλά οι άρρωστοι. 13 Και φροντίστε να μάθετε, τι σημαίνουν τα λόγια “Έλεον** θέλω και όχι θυσία”. Και βάλτε το βαθιά στο νού σας: Δεν ήλθα να καλέσω σε μετάνοια τους δίκαιους· αλλά τους αμαρτωλούς.
* Οι τελώνες ήσαν εισπράκτορες των φόρων. Το αξίωμα το έπαιρναν δίνοντας πολλά χρήματα σε πλειοδοτική δημοπρασία. Έτσι μετά, για να τα βγάλουν, έκαναν πολλές αδικίες. Και γι΄ αυτό το επάγγελμά τους εθεωρείτο εξ ίσου αμαρτωλό με το επάγγελμα της πόρνης. Επειδή και οι τελώνες, όπως και οι πόρνες, επλούτιζαν με την αμαρτία. Ενορία Ιερού Ναού Αγίας Μαρίνας Άνω Ιλισίων
