ΣΤ΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 36-53).
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἐκ νεκρῶν ἔστη ἐν μέσῳ τῶν Μαθητῶν, καὶ λέγει αὐτοῖς·εἰρήνη ὑμῖν. Πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι,ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατὶ διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι, ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε· ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. Καὶ τοῦτο εἰπών, ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. Ἒτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς,καὶ θαυμαζόντων, εἶπεν αὐτοῖς· ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; Οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος,καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου·καὶ λαβὼν, ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· οὗτοι οἱ λόγοι, οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμω Μωσέως καὶ Προφήταις καὶ Ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ.Τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν, τοῦ συνιέναι τὰς Γραφάς· καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὅτι οὕτω γέγραπται, καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστόν, καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. Ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ,εὐλόγησεν αὐτούς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτόν αὐτούς, διέστη ἀπ’ αὐτῶν, καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ αὐτοὶ, προσκυνήσαντες αὐτόν, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης.Καὶ ἦσαν διαπαντός ἐν τῷ Ἱερῷ, αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν.
ΣΤ΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 36-53).
Τόν καιρό ἐκεῖνο, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς ἀπό τούς νεκρούς, στάθηκε ἀνάμεσα στούς Μαθητές του καί λέγει σ’αὐτούς· εἰρήνη σ’ ἐσᾶς. Καί ταραγμένοι καί φοβισμένοι νόμιζαν ὅτι βλέπουν πνεῦμα (ψυχή νεκροῦ χωρίς σῶμα). Καί εἶπε σ’ αὐτούς· γιατί εἶσθε ταραγμένοι, καί γιατί ἀνεβαίνουν λογισμοί ἀμφιβολίας στό νοῦ σας; δεῖτε τά χέρια μου καί τά πόδια μου, ὅτι εἶμαι ἐγώ ὁ ἴδιος· ψηλαφῆστε με καί δεῖτε, ὅτι τό πνεῦμα δέν ἔχει σάρκα καί ὀστά, ὅπως βλέπετε ἐμένα νά ἔχω. Καί ἀφοῦ εἶπε αὐτό, τούς ἔδειξε τά χέρια καί τά πόδια του. Καί ἐπειδή αὐτοί ἀπιστοῦσαν ἀκόμη ἀπό τή χαρά τούς εἶπε· ἔχετε ἐδῶ τίποτε φαγώσιμο;Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἔδωσαν ἕνα κομμάτι ἀπό ψημένο ψάρι καί κηρήθρα μέ μέλι, καί ἀφοῦ τά πῆρε, ἔφαγε μπροστά τους. Καί τούς εἶπε· αὐτά τά γεγονότα εἶναι ἡ πραγματοποίηση τῶν λόγων πού σᾶς εἶπα, ὅταν ἀκόμη ἤμουν μαζί σας, ὅτι ἔπρεπε νά ἐκπληρωθοῦν ὅλα τά γραμμένα στόν νόμο τοῦ Μωυσῆ καί στούς Προφῆτες καί στούς ψαλμούς γιά μένα.Τότε ἄνοιξε τό νοῦ τους, νά κατανοήσουν τίς Γραφές, καί εἶπε σ’ αὐτούς· ὅτι ἔτσι ἔχει γραφεῖ, καί ἔτσι ἔπρεπε νά πάθει ὁ Χριστός, καί νά ἀναστηθεῖ κατά τήν τρίτη ἡμέρα, καί νά κηρυχθεῖ σέ σχέση μέ τό ὄνομά του μετάνοια καί συγχώρηση ἁμαρτιῶν σέ ὅλα τά ἔθνη ἀρχίζοντας ἀπό την Ἱερουσαλήμ. Κι ἐσεῖς θά εἶσθε μάρτυρες γι’ αὐτά. Καί νά,ἐγώ ἀποστέλλω τήν ὑπόσχεση τοῦ Πατέρα μου σ’ ἐσᾶς· καί σεῖς καθίστε στήν πόλη Ἱερουσαλήμ, ἕως ὅτου ντυθεῖτε δύναμη ἀπό τόν οὐρανό. Καί τούς ἔβγαλε ἔξω μέχρι τή Βηθανία καί ἀφοῦ σήκωσε τά χέρια του τούς εὐλόγησε. Καί συνέβη, ἐνῷ αὐτός τούς εὐλογοῦσε, χωρίσθηκε ἀπ’ αὐτούς καί ἀνέβαινε στόν οὐρανό. Καί αὐτοί, ἀφοῦ τόν προσκύνησαν, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ μέ χαρά μεγάλη. Καί σύχναζαν πάντοτε στόν ναό ὑμνώντας καί δοξολογώντας .τόν Θεό.Ἀμήν (Ἀληθινά).
Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Ἑβρ. ια´ 9-10, 32-40) 21 Δεκεμβρίου 2025
Οἱ δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης
Μετάφραση τῆς Ἀποστολικῆς περικοπῆς
Ἀδελφοί, λόγω τῆς πίστεώς του ἐγκαταστάθηκε ὁ Ἀβραάμ προσωρινά στή γῆ τῆς
ἐπαγγελίας σάν σέ ξένη γῆ, καί ἔζησε σέ σκηνές μαζί μέ τόν Ἰσαάκ καί τόν Ἰακώβ,
πού ἦταν ἐπίσης κληρονόμοι τῆς ἴδιας ἐπαγγελίας· γιατί προσδοκοῦσε νά κα-
τοικήσει μονίμως στήν πόλη πού ἔχει γερά θεμέλια, τῆς ὁποίας τεχνίτης καί δημι-
ουργός εἶναι ὁ Θεός. Καί τί νά μνημονεύσω ἀκόμη; Πραγματικά, δέν θά μοῦ
φθάσει ὁ χρόνος ἄν διηγηθῶ περί τοῦ Γεδεών καί τοῦ Βαράκ καί τοῦ Σαμψών καί
τοῦ Ἰεφθάε, καί περί τοῦ Δαβίδ καί τοῦ Σαμουήλ καί τῶν (λοιπῶν) προφητῶν, οἱ
ὁποῖοι μέ τήν πίστη κατέλυσαν βασίλεια, ἐπέδειξαν δικαιοσύνη, πέτυχαν τήν
πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, φίμωσαν τά στόματα λεόντων, ἔσβη-
σαν τή δύναμη τῆς φωτιᾶς, διέφυγαν ἀπό τή σφαγή, θεραπεύθηκαν ἀπό ἀρρώ-
στιες, ἀναδείχθηκαν ἰσχυροί στόν πόλεμο, ἔτρεψαν σέ φυγή τά στρατεύματα ἐχ-
θρῶν· πολλές γυναῖκες πῆραν πίσω τούς νεκρούς τους, πού ἀναστήθηκαν· ἄλλοι
βασανίστηκαν μέ τό τύμπανο μέχρι θανάτου, καί δέν δέχθηκαν τήν ἀπελευθέρωση,
γιά νά πετύχουν τήν ἀνάσταση σέ καλύτερη ζωή· ἄλλοι δοκίμασαν ἐξευτελισμούς
καί μαστιγώσεις, καί ἀκόμη περισσότερα δεσμά καί φυλακίσεις· λιθοβολήθηκαν,
πριονίστηκαν, ὑπέστησαν βασανιστήρια, θανατώθηκαν μέ μαχαίρι, περιπλανήθη-
καν ντυμένοι μέ δέρματα προβάτων, μέ δέρματα κατσικιῶν, ὑπέστησαν στερήσεις,
θλίψεις, κακουχίες, –τέτοιων ἀνθρώπων δέν εἶναι ἄξιος ὁ κόσμος–, περιπλανώμε-
νοι σέ ἐρήμους καί σέ βουνά καί σέ σπήλαια καί στίς τρύπες τῆς γῆς. Καί ὅλοι
αὐτοί, μολονότι εἶχαν καλή μαρτυρία γιά τήν πίστη στόν Θεό λόγω τῆς πίστεώς
τους, ἐντούτοις δέν πέτυχαν τήν ἐκπλήρωση τῆς ὑποσχέσεως (περί τῆς μέλλουσας
ζωῆς), καθόσον ὁ Θεός εἶχε προβλέψει κάτι ἀνώτερο γιά ἐμᾶς, γιά νά μή σωθοῦν,
δηλαδή, χωρίς ἐμᾶς.
(Ἀπό τή νέα ἔκδοση: Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)
ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
Λίγες μόνο ἡμέρες πρό τῶν Χριστουγέννων, ἑορτή κατά τήν ὁποία ἡ
ἁγία μας Ἐκκλησία θά ἑορτάσει τήν ἐνανθρώπηση τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου
τοῦ Θεοῦ, ἀκοῦμε τόν Ἀπόστολο τῶν Ἐθνῶν νά ἀναφέρεται σέ μιά σειρά
ἀπό προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί χαρα-
κτηρίζονταν ἀπό μεγάλη καί ἀκλόνητη πίστη στόν Θεό, τέτοια πού τούς
κατέστησε ἱκανούς «νά κατατροπώσουν βασίλεια, νά ἐργαστοῦν γιά τή
δικαιοσύνη, νά πετύχουν τήν πραγματοποίηση τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θε-
οῦ, νά φράξουν στόματα λεόντων, νά σβήσουν τή φλόγα τῆς φωτιᾶς, νά
ἀποφύγουν τή σφαγή, νά γίνουν ἀπό ἀδύνατοι ἰσχυροί, νά ἀναδειχθοῦν
ἥρωες στούς πολέμους, νά τρέψουν σέ φυγή τά ἐχθρικά στρατεύματα,
νά δοῦν τούς νεκρούς τους νά ἀνασταίνονται, ἐνῶ ἄλλοι βασανίστηκαν
ἕως θανάτου, ἀναμένοντας νά ἀναστηθοῦν σέ μιά καλύτερη ζωή, ἄν καί
μποροῦσαν νά ἐλευθερωθοῦν». Δέν βίωσαν ὅμως στό σύνολό της τήν
ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ καί ἀνέμειναν τήν τελειότητα στό πρόσωπο τοῦ
Μεσσία, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τήν ὁποία θά ἀπολαύσουν ἀπό κοινοῦ μέ τά
μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του.
Ἡ πίστη θαυματουργεῖ στή ζωή
Μακαριστός Ἀρχιεπίσκοπος δίδασκε ὅτι «ἡ ἀνάμνηση τῶν ἱστορικῶν
αὐτῶν προσώπων καί περιστατικῶν σκοπό ἔχει νά πείσει τόν ἄνθρωπο
πώς πιό πάνω καί πιό πέρα ἀπ’ τίς δικές του δυνάμεις ὑπάρχει μιά ἄλλη
τεράστια δύναμη, ἡ πίστη, πού ἀληθινά θαυματουργεῖ στή ζωή. Καί εἶναι
αὐτό μιά τρανή ἀλήθεια βγαλμένη μέσα ἀπό τά ἴδια τά πράγματα, πού
ἐπιβεβαιώνεται τόσο ἀπό προσωπικές μας ἐμπειρίες, ὅσο καί ἀπό πρόσ-
φατες ἱστορικές μνῆμες. Ὁ ἄνθρωπος πού πιστεύει στόν Θεό, γίνεται
μιά νέα προσωπικότητα, πού μαθαίνει νά βλέπει κάτω ἀπό ἕνα διαφορε-
τικό πρίσμα τή ζωή. Τό πρίσμα του αὐτό εἶναι πολυδιάστατο, καθαρό, τε-
λείως ξένο πρός τά ἀνθρώπινα δεδομένα…».Ἡ δύναμη τῆς πίστεως στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ –πού ἐμπε-
ριέχει τό ἀγωνιστικό καί μαρτυρικό πνεῦμα καί τή διαρκῆ πνευματική
καλλιέργεια– εἶναι ἱκανή νά ἐξασφαλίσει στόν ἄνθρωπο τή σωτηρία, γιά
τήν ὁποία ὁ Θεός ταπεινώθηκε καί προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση,
ὅπως ὁμολογοῦμε στό Σύμβολο τῆς πίστεως: «Τόν δι᾽ ἡμᾶς τούς ἀνθρώ-
πους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καί
σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου καί ἐναν-
θρωπήσαντα…».
Ἡ πίστη ὡς ἀκλόνητο στήριγμα
Ἡ δύναμη τῆς πίστεως καθιστᾶ τόν ἄνθρωπο ἱκανό νά ἀντιμετωπίσει
ἀποτελεσματικά τίς προκλήσεις καί τά προβλήματα τῆς ζωῆς, τά ὁποῖα
φαντάζουν ἀνυπέρβλητα, ἀπροσπέλαστα καί ἀνίκητα. Πόσες φορές νιώ-
θουμε τόν ἑαυτό μας κλονιζόμενο ἀπό τό βάρος τῶν οἰκογενειακῶν
εὐθυνῶν, τῶν οἰκονομικῶν ὑποχρεώσεων καί ἀπαιτήσεων. Πόσες φορές
αἰσθανόμαστε ἀδύναμοι μπροστά στό φάσμα τῶν ἀσθενειῶν καί τοῦ θα-
νάτου, πού βλέπουμε νά ἐπισκέπτονται ἐμᾶς ἤ ἀγαπημένα συγγενικά μας πρόσωπα. Πόσες φορές νιώθουμε τήν ἀπελπισία καί τήν ἀπόγνωση
νά κυριεύουν τήν ψυχή μας, κάθε φορά πού ὑποκύπτουμε στούς πειρα-
σμούς καί παραδινόμαστε στήν ἄβυσσο τῆς ἁμαρτίας. Πόσες φορές νιώ-
σαμε μόνοι, ἐγκαταλελειμμένοι ἀπό τούς «δικούς» μας ἀνθρώπους,
ὅταν οἱ ἐκπλήξεις καί οἱ περιπέτειες τοῦ βίου μᾶς ἔφεραν σέ θέση ἀδυ-
ναμίας.
Ἄς σκεφθοῦμε πῶς ἀντιμετωπίζουν τίς τραγικές αὐτές καταστάσεις
οἱ ἄνθρωποι πού δέν βιώνουν τή ζωή τῆς πίστεως καί τῆς ἐλπίδας στόν
Ἰησοῦ Χριστό. Μοιάζουν μέ ἀκυβέρνητα καράβια, ἕτοιμα νά συντριβοῦν
ἀπό τά λυσσασμένα κύματα τῶν ποικίλων προβλημάτων. Τά αἰσθήματα
τῆς ἀπόγνωσης, τῆς ἀπογοήτευσης καί τῆς ἀπελπισίας κατακλύζουν τό
εἶναι τους, ὁδηγώντας τους σέ δρόμους χωρίς ἐπιστροφή. Ἀντίθετα, οἱ
χριστιανοί πού πιστεύουν ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος γιά τήν ἀγάπη τοῦ κόσμου, ὅτι ὁ Χριστός σταυρώθηκε παίρνοντας πάνω Του τίς δικές μας
πτώσεις, ὅτι ὁ Χριστός ἦλθε γιά νά ἐκπληρώσει τήν ὑπόσχεση τῆς σωτη-
ρίας, ὅσα κι ἄν ἀντιμετωπίσουν στή ζωή, δέν πρόκειται νά καμφθοῦν·
ὅσα κύματα κι ἄν σκάσουν πάνω τους, δέν πρόκειται νά κλονισθοῦν. Για-
τί ἡ πίστη τους λειτουργεῖ ὡς ἀνίκητο στήριγμα, ὡς ἀκλόνητη βακτηρία,
ὡς ἀπάνεμο προστατευτικό λιμάνι.
Αὐτῆς τῆς πίστης μέτοχοι ἄς φροντίσουμε νά εἴμαστε διαρκῶς, κατα-
ξιώνοντας καί δικαιώνοντας τή ζωή μας μέσα στήν Ἐκκλησία καί βιώνον-
τας τήν προοπτική τῆς προσωπικῆς μας σωτηρίας. Ἀμήν!
Ἀρχιμ. Ἐ. Οἰκ.ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή Προ της Χριστού Γεννήσεως, 21/12/2025
Ματθ. α΄ 1-25
Κυριακή Προ της Χριστού Γεννήσεως
Βίβλος γενέσεως Ἰησοῦ Χριστοῦ, υἱοῦ Δαυῒδ, υἱοῦ Ἀβραάμ. Ἀβραὰμ ἐγέννησε τὸν Ἰσαάκ, Ἰσαὰκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰούδαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ, Ἰούδας δὲ ἐγέννησε τὸν Φαρὲς καὶ τὸν Ζαρὰ ἐκ τῆς Θάμαρ, Φαρὲς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ, Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράμ, Ἀρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ, Ἀμιναδὰβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, Ναασσὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Σαλμών, Σαλμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Βοὸζ ἐκ τῆς Ραχάβ, Βοὸζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὠβὴδ ἐκ τῆς Ρούθ, Ὠβὴδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί, Ἰεσσαὶ δὲ ἐγέννησε τὸν Δαυῒδ τὸν βασιλέα. Δαυῒδ δὲ ὁ βασιλεὺς ἐγέννησε τὸν Σολομῶντα ἐκ τῆς τοῦ Οὐρίου, Σολομὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ροβοάμ, Ροβοὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιά, Ἀβιὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀσά, Ἀσὰ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσαφάτ, Ἰωσαφὰτ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωράμ, Ἰωρὰμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ὀζίαν, Ὀζίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωάθαμ, Ἰωάθαμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἄχαζ, Ἄχαζ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐζεκίαν, Ἐζεκίας δὲ ἐγέννησε τὸν Μανασσῆ, Μανασσῆς δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀμών, Ἀμὼν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσίαν, Ἰωσίας δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰεχονίαν καὶ τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος.
Μετὰ δὲ τὴν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος Ἰεχονίας ἐγέννησε τὸν Σαλαθιήλ, Σαλαθιὴλ δὲ ἐγέννησε τὸν Ζοροβάβελ, Ζοροβάβελ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀβιούδ, Ἀβιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιακείμ, Ἐλιακεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀζώρ, Ἀζὼρ δὲ ἐγέννησε τὸν Σαδώκ, Σαδὼκ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀχείμ, Ἀχεὶμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλιούδ, Ἐλιοὺδ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἐλεάζαρ, Ἐλεάζαρ δὲ ἐγέννησε τὸν Ματθάν, Ματθὰν δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, Ἰακὼβ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἰωσὴφ τὸν ἄνδρα Μαρίας, ἐξ ἧς ἐγεννήθη Ἰησοῦς ὁ λεγόμενος Χριστός. Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαὶ ἀπὸ Ἀβραάμ ἕως Δαυῒδ γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ Δαυῒδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος γενεαὶ δεκατέσσαρες, καὶ ἀπὸ τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαὶ δεκατέσσαρες. Τοῦ δὲ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἦν. Μνηστευθείσης γὰρ τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρίας τῷ Ἰωσήφ, πρὶν ἢ συνελθεῖν αὐτοὺς εὑρέθη ἐν γαστρὶ ἔχουσα ἐκ Πνεύματος Ἁγίου. Ἰωσὴφ δὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, δίκαιος ὢν καὶ μὴ θέλων αὐτὴν παραδειγματίσαι, ἐβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν. Ταῦτα δὲ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ ἐφάνη αὐτῷ λέγων· Ἰωσὴφ υἱὸς Δαυῒδ, μὴ φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριὰμ τὴν γυναῖκά σου· τὸ γὰρ ἐν αὐτῇ γεννηθὲν ἐκ Πνεύματός ἐστιν Ἁγίου. Τέξεται δὲ υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν· αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν. Τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός. Διεγερθεὶς δὲ ὁ Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ὕπνου ἐποίησεν ὡς προσέταξεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου καὶ παρέλαβε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐγίνωσκεν αὐτὴν ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν.
Απόδοση στη Νέα Ελληνική
Βίβλος Γενέσεως του Ιησού Χριστού, που είναι ο Υιός του Δαβίδ και Υιός του Αβραάμ.
Ο Αβραάμ εγέννησε τον Ισαάκ· ο Ισαάκ εγέννησε τον Ιακώβ·
ο Ιακώβ εγέννησε τον Ιούδα και τους αδελφούς του
ο Ιούδας εγέννησε τον Φαρές και τον Ζαρά με την Θάμαρ·
ο Φαρές εγέννησε τον Εσρώμ ο Εσρώμ εγέννησε τον Αράμ.
ο Αράμ εγέννησε τον Αμιναδάβ·
ο Αμιναδάμ εγέννησε τον Ναασσών·
ο Ναασσών εγέννησε τον Σαλμών·
ο Σαλμών εγέννησε τον Βοόζ με την Ραχάβ·
ο Βοόζ εγέννησε τον Ωβήδ με την Ρουθ·
ο Ωβήδ εγέννησε τον Ιεσσαί·
ο Ιεσσαί εγέννησε τον Δαβίδ τον βασιλέα,
ο βασιλιάς Δαβίδ εγέννησε τον Σολομώντα με την γυναίκα του Ούρια
ο Σολομών εγέννησε τον Ροβοάμ·
ο Ροβοάμ εγέννησε τον Αβιά·
ο Αβιά εγέννησε τον Ασά·
ο Ασά εγέννησε τον Ιωσαφάχ·
ο Ιωσαφάχ εγέννησε τον Ιωράμ·
ο Ιωράμ εγέννησε τον Οζία·
ο Οζίας εγέννησε τον Ιωάθαμ·
ο Ιωάθαμ εγέννησε τον ΄Άχαζ·
ο Άχαζ εγέννησε τον Εζεκία
ο Εζεκίας εγέννησε τον Μανασσή·
ο Μανασσής εγέννησε τον Αμών·
ο Αμών εγέννησε τον Ιωσία·
ο Ιωσίας εγέννησε τον Ιεχονία και τους αδελφούς του που επι των ήμερων τους έγινε η Βαβυλώνιος Αιχμαλωσία.
Μετά την Βαβυλώνιο Αιχμαλωσία,
ο Ιεχονίας εγέννησε τον Σαλαθιήλ·
ο Σαλαθιήλ εγέννησε τον Ζοροβάβελ·
ο Ζοροβάβελ εγέννησε τον Αβδιού·
ο Αβδιού εγέννησε τον Έλιακείμ·
ο Ελιακείμ εγέννησε τον Αζώρ·
ο Αζώρ εγέννησε τον Σαδώκ·
ο Σαδώκ εγέννησε τον Αχείμ·
ο Αχείμ εγέννησε τον Ελιούδ·
ο Ελιούδ εγέννησε τον Ελεάζαρ·
ο Ελεάζαρ εγέννησε τον Ματθάν
ο Μαιθάν εγέννησε τον Ιακώβ·
ο Ιακώβ εγέννησε τον Ιωσήφ τον άνδρα της Μαρίας· από αυτήν εγεννήθη ο Ιησούς, που συνήθως Τον ονομάζομε «ο Χριστός».
Οι γενεές από τον Αβραάμ μέχρι τον Δαβίδ είναι συνολικά δεκατέσσερες· και από τον Δαβίδ μέχρι την Βαβυλώνιο Αιχμαλωσία είναι πάλι γενεές δεκατέσσερες· και από την Βαβυλώνιο Αιχμαλωσία μέχρι τον Χριστό πάλι γενεές δεκατέσσερες.
Η δε γέννησις του Ιησού Χριστού έγινε κατά τον ακόλουθο υπερφυσικό τρόπο. ΄Οταν δηλαδή μνηστεύθηκε η μήτηρ αυτού Μαρία με τον Ιωσήφ, χωρίς να συνοικήσουν ως σύζυγοι, ευρέθηκε έγκυος από την δημιουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Ο δε Ιωσήφ, ο μνηστήρας αυτής, όταν αντελήφθη την εγκυμοσύνη αυτής, επήρε την απόφαση να διαλύσει τη μνηστεία. Επειδή όμως ήταν ενάρετος και εύσπλαγχνος, δεν θέλησε να την διαπομπεύσει δημοσίᾳ, αλλ’ εσκέφτηκε να την διώξη μυστικά χωρίς να ανακοινώση εις κανένα τις υποψίες του. Ενώ δε αυτά είχε στον νου, ιδού ένας άγγελος του Κυρίου παρουσιάστηκε στο όνειρόν του και του είπεν· Ιωσήφ, απόγονε του Δαυίδ, μη διστάσης, να παραλάβης στον οίκο σου τη Μαριάμ, την αγνή και πιστή μνηστή σου, διότι το παιδίον που κυοφορείται εντός αυτής έχει συλληφθεί από την δημιουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Θα γεννήση δε υιόν, και συ (ο οποίος σύμφωνα με τον νόμον θεωρείσαι προστάτης και πατέρας του) θα το ονομάσεις Ιησούν (δηλαδή Θεόν-Σωτήρα) διότι αυτός θα σώσει πράγματι τον λαό του από τις αμαρτίες αυτών. Και όλο αυτό το θαυμαστό και μοναδικό γεγονός έγινε, δια να πραγματοποιηθεί και επαληθεύσει αυτό που είχε λεχθεί από τον Κύριο δια του προφήτου Ησαϊου· “’Ιδού ἡ ἁγνή καί ἄμωμος παρθένος θά συλλάβῃ καί θά γεννήσῃ υἱόν, χωρίς να γνωρίσῃ ἄνδρα, καί θά ὀνομάσουν αὐτόν Ἐμμανουήλ, ὄνομα πού σημαίνει· Ὁ Θεός εἶναι μαζί μας”. Αμέσως, λοιπόν, μόλις σηκώθηκε από τον ύπνο ο Ιωσήφ, έκαμε όπως τον είχε διατάξει ο άγγελος του Κυρίου και παρέλαβε στον οίκο του με εμπιστοσύνη και σεβασμό τη μνηστή του. Και ποτέ δεν εγνώρισε αυτήν ως σύζυγο, ούτε και όταν εγέννησεν αυτή τον πρώτον και μοναδικόν υιόν της ούτε και μετά ταύτα. Και εκάλεσε ο Ιωσήφ το όνομα του παιδιού Ιησούν.Ενορία Ι. Ν. Αγίας Μαρίνας Άνω Ιλισίων
