Η Υπομονή του Πεταμένου Αντιδώρου.

Ο Μάνος ήταν δεκαοκτώ όταν πέταξε το αντίδωρο που του έδωσε η μάνα του πίσω από έναν σκουριασμένο κάδο. «Δεν Σε χρειάζομαι τώρα», ψιθύρισε αλαζονικά προς τον ουρανό, νιώθοντας πως η πίστη ήταν ένα βάρος που τον εμπόδιζε να ζήσει ελεύθερος.

​Πέρασαν δώδεκα χρόνια γεμάτα λάθη, μοναξιά και σκληρούς χειμώνες. Όταν επέστρεψε στην παλιά του γειτονιά, βρήκε το δρόμο σκαμμένο. Ανάμεσα στα μπάζα και τις λάσπες, κάτι άσπρισε. Έσκυψε και το μάζεψε: ήταν εκείνο το μικρό κομμάτι ψωμί.

​Δώδεκα χρόνια στη βροχή και το κρύο, κάτω από τις ρόδες των αυτοκινήτων, κι όμως παρέμενε άφθαρτο. Είχε γίνει σκληρό σαν πέτρα, αλλά δεν είχε σαπίσει.

​Τότε κατάλαβε. Ο Χριστός είναι ακριβώς όπως αυτό το αντίδωρο. Τον πετάμε στη λάσπη της καθημερινότητάς μας όταν νομίζουμε πως είμαστε δυνατοί. Τον πατάμε με τις επιλογές μας και Τον ξεχνάμε. Όμως Εκείνος δεν φεύγει. Μένει εκεί, στη γωνία που Τον εγκαταλείψαμε, περιμένοντας υπομονετικά τη στιγμή που θα λυγίσουμε και θα Τον αναζητήσουμε ξανά.

​Σκούπισε τη σκόνη από το ψωμί και το φίλησε. Η Ευλογία δεν είχε χαθεί· τον περίμενε όλα αυτά τα χρόνια στη λάσπη, για να τον σώσει την ώρα που θα ένιωθε πια μόνος.

​«Πετάμε τον Χριστό από τη ζωή μας, αλλά Εκείνος δεν μας πετάει ποτέ από τη δική Του.»

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Olga Isaak