Άλλην φοράν πάλιν αγρυπνώντας μόνος εις το πολύ μικρό καλυβάκι μου- διότι μόνοι μας μέ το Γέρο Αρσένιο αγρυπνούσαμε κάθε νύχτα ό καθείς είς το κελλί του μέ τήν ευχή και μέ δάκρυα- ήλθον πάλιν είς θεωρίαν.
Εγέμισεν φως στο κελί μου ,καθώς όταν είναι ήμέρα .Και εις το μέσον εφάνησαν τρία παιδάκια έως 10 ετών το καθένα.
Ενα ανάστημα. Μία μορφή. Μία ενδυμασία. Ενα πρόσωπον, είς την εύμορφίαν.
Και εγώ θαυμάζων εις την θεωρίαν τους ήμουν όλος εκστατικός.
Αυτά δε ακουμπώντας το ένα ή στο έτερον με ηύλόγουν και τα τρία όμού όπως ευλογεί ο ιερεύςκαι μελωδικώς έψαλλον: “Όσοι είς Χριστόν έβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε. Αλληλούϊα! “
Και εβάδιζον έπάνω μου και πάλιν οπίσω-οπίσω επήγαιναν χωρίς να κάνουν μεταβολήν και πάλιν εβάδιζον κατ έπάνω μου ψάλλοντας.
Εγώ δε έλεγον διαλογιζόμενος ,που έμαθαν τόσο μικρά να ψάλλουν τόσο ωραία και να ευλογούν ; Χωρίς να έρθει στο νου μου ότι στο Άγιον Όρος δεν υπάρχουν τόσο μικρά και τόσο ωραία παιδάκια .
Και ούτως πάλιν, καθώς ήλθον έφυγαν για να υπάγουν νά ευλογήσουν και άλλους.
Και εγώ έμεινα έκθαμβος και παρήρχοντο πολλές ημέρες,διά να διαλυθεί η χαρά και να εξαλειφθούν από την μνήμην μου .
Αλλά μήτε έξαλείφονται ποτέ τα τοιαύτα.
Κάποτε ήμουν πολύ θλιμμένος.Ολη βέβαια
η ζωή μου υπήρξε ένα μαρτύριο.
Πολλές φορές υποφέρω δια άλλους, όπου θέλεις να τους σώσεις και δεν σε ακούουν.
Και εσύ κλαις και προσεύχεσαι και αυτοί αδρανούν και τους κυριεύει ο πειρασμός.
Μέσα εις τήν οδύνη και τον πολύ πόνο που είχα ήρθα είς θεωρίαν .
Καθώς εβάδιζα εύρεθην είς ένα κάμπον.
Ώσαν χιόνι λευκόν ήταν όλο το έδαφος. Καί απορούσα και έλεγα: Πώς ευρέθην είς τόσον ωραίον τοπίον;
Και έζητούσα μέρος νά φύγω, μήν τύχει κανείς και μέ μαλώσει, διότι χωρίς άδειαν εισήλθον εκεί. Και κυττούσα μέ περιέργειαν δεξιά και αριστερά διά να εύρω διέξοδον και εξέλθω. Είδα τότε μια θύραν ύπογειον και εισήλθον είς αυτήν. Εκεί ήταν ναός τής Υπεραγίας Θεοτόκου. Ήσαν εκεί νέοι ωραίοι στολισμένοι στολήν θαυμασίαν.
Είχον σταυρόν έρυθρόν είς το στήθος και εμπρός είς το μέτωπον. Ηγέρθη τότε από τόν θρόνον ό ένας, όπου ήταν ώσαν στρατηγός και έφόρει λαμπροτέραν στολην και μού λέγει:
– Έλα, διότι έσένα άναμένομεν.
Και μέ προέτρεψε να καθίσω.
-Συγχώρησόν με,λέγω, δεν είμαι άξιος να καθίσω αυτού, αλλά άρκεί να σταθώ εδώ είς τας πόδας σας.
Και μειδιάσας μέ άφησε και ήλθεν έμπρος είς το τέμπλον ,είς την εικόνα τής Παναγίας και λέγει:
-Κυρία και Δέσποινα τού παντός, Βασίλισσα τών Αγγέλων, Αχραντε Θεοτόκε Παρθένε! δείξον τήν χάριν σου είς τόν δούλον σου τούτον, όπου τόσον πάσχει διά τήν ίδικήν σου άγάπην, διά να μη καταποθεί ύπό τής θλίψεως.
Και αίφνης έξήλθε τόση λαμπρότης από τήν θείαν εικόνα της και έφάνη τόσο ωραία ή Παναγία, όλόσωμος, όπου άπό τήν τόση ώραιότητα- μυριάδας τού ήλιου λαμπροτέρα – έπεσα κάτω είς τούς πόδας της μή δυνάμενος να τήν άτενίσω και κλαίων εφώναζα:
– Συγχώρησόν με Μανούλα μου, όπου εν άγνοία μου σε λυπώ!
Καί ούτως κλαίων εν άληθεία ήλθα είς τόν εαυτόν μου .Και ήμουν βρεγμένος από τά δάκρυα και πλήρης χαράς. “Panagiota Zarnabeli ·
