ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

Ζ΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄. 1-10).

Τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔρχεται πρωῒ σκοτίας ἔτι οὔσης, εἰς τὸ μνημεῖον·καὶ βλέπει τὸν λίθον ἠρμένον ἐκ τοῦ μνημείου. Τρέχει οὖν, καὶ ἔρχεται πρὸς Σίμωνα Πέτρον, καὶ πρὸς τὸν ἄλλον Μαθητὴν, ὃν ἐφίλει ὁ Ἰησοῦς, καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἦραν τὸν Κύριον ἐκ τοῦ μνημείου,καὶ οὐκ οἴδαμεν ποῦ ἔθηκαν αὐτόν. Ἐξῆλθεν οὖν ὁ Πέτρος καὶ ὁ ἄλλος Μαθητής, καὶ ἤρχοντο εἰς τὸ μνημεῖον. Ἔτρεχον δὲ οἱ δύο ὁμοῦ· καὶ ὁ ἄλλοςΜαθητὴς προέδραμε τάχιον τοῦ Πέτρου, καὶ ἦλθε πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας, βλέπει κείμενα τὰ ὀθόνια· οὐ μέντοι εἰσῆλθεν. Ἔρχεται οὖν Σίμων Πέτρος ἀκολουθῶν αὐτῷ, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ τὰ ὀθόνια κείμενα· καὶ τὸ σουδάριον, ὃ ἦν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, οὐ μετὰ τῶν ὀθονίων κείμενον, ἀλλὰ χωρὶς ἐντετυλιγμένον εἰς ἕνα τόπον. Τότε οὖν εἰσῆλθε καὶ ὁ ἄλλος Μαθητὴς ὁ ἐλθὼν πρῶτος εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ εἶδε, καὶ ἐπίστευσεν. Οὐδέπω γὰρ ᾔδεισαν τὴν Γραφήν, ὅτι δεῖ αὐτὸν ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι.Ἀπῆλθον οὖν πάλιν πρὸς ἑαυτοὺς οἱ Μαθηταί.

Ζ΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄.1-10).

Τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἔρχεται πρωΐ στό μνημεῖο, ἐνῷ ἀκόμη ἦταν σκοτάδι,καί βλέπει ν λίθο (τήν πέτρα) νά εἶναι σηκωμένος ἀπό τό μνημεῖο. Τρέχει λοιπόν καί ἔρχεται στό Σίμωνα πού λεγόταν καί Πέτρος καί στόν ἄλλο Μαθητή τόν ὁποῖον ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς καί λέγει σ’ αὐτούς· Πῆραν τόν Κύριο ἀπό τό μνημεῖο καί δέν γνωρίζουμε ποῦ τόν τοποθέτησαν. Βγῆκε λοιπόν ο Πέτρος καί ὁ ἄλλος Μαθητής καί πήγαιναν πρός τό μνημεῖο. Καί ἔτρεχαν καί οἱ δυό μαζί· καί ὁ ἄλλος Μαθητής ἔτρεξε καί ἔφθασε γρηγορότερα ἀπό τόν Πέτρο καί ἦλθε πρῶτος στὀ μνημεῖο, καί ἀφοῦ ἔσκυψε βλέπει τά σάβανα ἀφημένα, ἀλλά δέν εἰσῆλθε (δέν μπῆκε μέσα). Ἔρχεται λοιπόν ὁ Σίμων ὁ Πέτρος ἀκολουθώντας τον καί εἰσῆλθε μέσα στό μνημεῖο καί βλέπει τά σάβανα ἀφημένα καί τό σουδάριο (τό κάλυμμα τῆς κεφαλῆς)ἀφημένο ὄχι μαζί μέ τά σάβανα, ἀλλά χωριστά τυλιγμένο σέ μία ἄκρη. Τότε λοιπόν εἰσῆλθε καί ὁ ἄλλος Μαθητής πού ἦλθε πρῶτος στό μνημεῖο καί εἶδε καί πίστεψε ὅτι ὁ Κύριος ἀναστήθηκε. Διότι δέν γνώριζαν ἀκόμη καθαρά τίς προφητεῖες τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὅτι πρέπει αὐτός να άναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς.

Ἀπόστολος Κυριακῆς

Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 15 Μαρτίου 2026

9 Μαρτίου, 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 15 Μαρτίου 2026, Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως (Ἑβρ. δ΄ 14 – ε΄ 6)

Ἀδελφοί, ἔχοντες ἀρχιερέα μέγαν διεληλυθότα τοὺς οὐρανούς, Ἰη­­σοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ, κρα­τῶμεν τῆς ὁμολογίας. οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθῆσαι ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν, πεπειρασμένον δὲ κατὰ πάντα καθ᾿ ὁμοιότητα χω­ρὶς ἁμαρτίας. προσερχώμεθα οὖν μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν. Πᾶς γὰρ ἀρχιερεὺς ἐξ ἀνθρώπων λαμβανόμενος ὑπὲρ ἀν­θρώπων καθίσταται τὰ πρὸς τὸν Θεόν, ἵνα προσφέρῃ δῶρά τε καὶ θυσίας ὑ­πὲρ ἁμαρτιῶν, μετριοπαθεῖν δυνάμενος τοῖς ἀγνοοῦσι καὶ πλανωμένοις, ἐπεὶ καὶ αὐτὸς περίκειται ἀσθένειαν· καὶ διὰ ταύτην ὀφείλει, καθὼς περὶ τοῦ λαοῦ, οὕτω καὶ περὶ ἑαυτοῦ προσ­φέρειν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν. καὶ οὐχ ἑαυ­τῷ τις λαμβάνει τὴν τιμήν, ἀλλὰ καλούμενος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, καθάπερ καὶ Ἀαρών. οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς οὐχ ἑαυτὸν ἐδόξασε γενηθῆναι ἀρχιερέα, ἀλλ᾿ ὁ λαλήσας πρὸς αὐτόν· υἱός μου εἶ σύ, ἐγὼ σήμερον γεγέννηκά σε· καθὼς καὶ ἐν ἑτέρῳ λέγει· σὺ ἱε­ρεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

Τὴν Γ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ποὺ ὀνομάζεται Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ἡ Ἐκκλησία μας ὑψώνει στὸ μέσο τῶν ἱερῶν Ναῶν μας τὸ πανσεβάσμιο Ξύλο, τὸν τίμιο καὶ ζωοποιὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου. Ἀτενίζοντάς τον οἱ πιστοὶ νιώθουμε σκιρτήματα συγ­κινήσεως καὶ ἱεροῦ δέους. Σπεύδουμε νὰ τὸν προσκυνήσουμε καὶ λαμβάνουμε δύναμη καὶ παρηγοριὰ στὸν πνευματικό μας ἀγώνα. Στὴ θέα του ὁ διάβολος «φρίττει καὶ τρέμει, μὴ φέρων καθορᾶν αὐτοῦ τὴν δύναμιν» (Τροπάριον Αἴνων πλ. δ΄ ἤχου). Φρίττει καὶ τρέμει, διότι δὲν ἀντέχει ν᾿ ἀντικρίσει τὴ δύναμή του.

1. Ὁ Θρόνος τῆς Χάριτος

Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς ἡμέρας, ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή, εἶναι σχετικὴ μὲ τὸν Τίμιο Σταυρό. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος μᾶς παρακινεῖ: «προσερχώμεθα μετὰ παρρησίας τῷ θρόνῳ τῆς χάριτος, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καὶ χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν». Ἂς πλησιάζουμε, δηλαδή, μὲ θάρρος στὸν βασιλικὸ Θρόνο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο πηγάζει ἡ Χάρις, γιὰ νὰ λάβουμε συγχώρηση γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας καὶ Χάρι, ποὺ θὰ μᾶς ἐνισχύσει σὲ κάθε κρίσιμη ὥρα πειρασμοῦ.

Ὁ βασιλικὸς Θρόνος τοῦ Κυρίου δὲν ἐκφράζει ἀλαζονεία, οὔτε ἀπαιτεῖ ὑποταγή· ἀλλὰ πηγάζει ἀπὸ αὐτὸν τὸ ἔλεος καὶ ἡ Χάρις, ὅπως ἀκούσαμε· ἔλεος γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Ὅλοι μας ἔχουμε ἀνάγ­κη ἀπὸ τὸ θεῖο αὐτὸ ἔλεος. Διότι καθημερινὰ ἁμαρτάνουμε, κάποτε χωρὶς νὰ τὸ ἀντιλαμβανόμαστε. Ἀπὸ τὸν Θρόνο αὐτὸ θὰ λάβουμε καὶ Χάρι στὸν πνευματικό μας ἀγώνα, στὸν ἀγώνα τῆς ἀρετῆς. Χάρι «εἰς εὔκαιρον βοήθειαν»· δύναμη κατὰ τὴν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ. Ὑπάρχει, ἀλήθεια, στιγμὴ τῆς ζωῆς μας, ποὺ νὰ μὴν ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ἐνίσχυση αὐτή; Ἀνεξάντλητη πηγὴ ἐλέους καὶ Χάριτος εἶναι ὁ Θρόνος τοῦ Κυρίου.

Ὁ Θρόνος αὐτὸς δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Τίμιο Σταυρό του. Ὁ Σταυρός, ἐπάνω στὸν ὁποῖο ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, πρόσφερε ὡς Ἀρχιερέας τὴν ἀπολυτρωτικὴ Θυσία του, γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο. «Ὁ Σταυρὸς τὴν γῆν οὐρανὸν ἐποίησε, τοὺς ἀνθρώπους τοῖς ἀγγέλοις ἀνέμειξε, τῆς ἁμαρτίας τὴν δύναμιν ἠφάνισε, τὴν ἀρετὴν κατεφύτευσε» (ΕΠΕ 26, 98), ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἔκανε τὴ γῆ οὐρανό, ἕνωσε τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ἀγγέλους, ἐξαφάνισε τὴ δύναμη τῆς ἁμαρτίας, φύτεψε τὴν ἀρετή. Αὐτὸς εἶναι ὁ Θρόνος τοῦ Κυρίου· Θρόνος βασιλικός, βαμμένος μὲ θεϊκὸ Αἷμα.

Μποροῦμε ὁποιαδήποτε ἡμέρα καὶ ὥρα νὰ πλησιάζουμε τὸν Θρόνο αὐτό. Τί περιμένουμε λοιπόν; Μᾶς πιέζει τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας; Μᾶς τρομάζει ἡ ἀνηφορικὴ ὁδὸς τῆς ἁγιότητας; Στὸν Θρόνο τοῦ ἐσταυρωμένου Κυρίου ἂς προστρέχουμε. Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ ὑψώθηκε στὸν Γολγοθᾶ, λυτρώνει, ἐμπνέει καὶ ἐνισχύει τοὺς πιστούς. Στὴ σκιά του θὰ βροῦμε κι ἐμεῖς ἔλεος καὶ Χάρι!

2. Θαυμαστὴ προτύπωση τοῦ Μυστηρίου

Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ Ἀπόστολος σημειώνει μιὰ παράδοξη προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὸν Μεσσία: «Σὺ ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ». Δηλαδή, Ἐσὺ ὁ Μεσσίας εἶσαι Ἱερέας αἰώνιος, σύμφωνα μὲ τὴν ἱερατικὴ τάξη τοῦ Μελχισεδέκ. Τὸ ἱερὸ βιβλίο τῆς Γενέσεως μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ Μελχισεδὲκ ἦταν «ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου» (Γεν. ιδ΄ 17) καὶ ὅτι βγῆκε νὰ προϋπαντήσει τὸν πατριάρχη Ἀβραάμ, ὅταν ἐκεῖνος ἐπέστρεφε νικητὴς ἀπὸ τὸν πόλεμο γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνεψιοῦ του Λώτ. Πρόσφερε τότε στὸν Ἀβραὰμ «ἄρτους καὶ οἶνον» καὶ τὸν εὐλόγησε. Ὁ δὲ Ἀβραὰμ τοῦ χάρισε τὸ ἕνα δέκατο ἀπὸ τὰ λάφυρά του.

Σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς ἑρμηνευτές, τὸ μυστηριῶδες αὐτὸ πρόσωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης προτυπώνει τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ Κύριος ὡς Ἀρχιερέας δὲν θυσίασε ταύρους καὶ τράγους, ὅπως οἱ ἱερεῖς τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν Ἑαυτό του μὲ θάνατο σταυρικό. Εἶναι δὲ συγκλονιστικὸ τὸ ὅτι μᾶς προσφέρει τὸ ἄχραντο Σῶμα του, τὸ Ὁποῖο σταυρώθηκε στὸν Γολγοθᾶ, καὶ τὸ τίμιο Αἷμα του, ποὺ ἀπέρρευσε ἀπὸ τὶς πληγές του, σὲ κάθε θεία Λειτουργία ὑπὸ τὰ ταπεινὰ εἴδη τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, ὅπως προτυπώθηκαν πολλοὺς αἰῶνες νωρίτερα ἀπὸ τὸν Μελχισεδέκ. Μᾶς προσφέρει τὸν καθαγιασμένο Ἄρτο καὶ Οἶνο, γιὰ νά μεταλάβουμε οἱ πιστοί, στὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας.

Ἂς προσερχόμαστε στὸ φοβερὸ αὐτὸ Μυστήριο μὲ τὴν κατάλληλη προετοιμασία. Ὁ Μελχισεδὲκ πρόσφερε «ἄρτους καὶ οἶνον» σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐπέστρεψαν ἀπὸ πόλεμο, ἀπὸ νικηφόρο πόλεμο. Ἀντίστοιχα καὶ ὁ μεγάλος Ἀρχιερέας προσφέρει τὸν καθαγιασμένο Ἄρτο καὶ Οἶνο «τοῖς ἐκ τοῦ νοεροῦ πολέμου πρὸς αὐτὸν ἀναστρέφουσι» (ΕΠΕ 13, 332), σημειώνει ὁ ὅσιος Μᾶρκος ὁ ἐρημίτης. Δηλαδή, σὲ αὐτοὺς ποὺ ἐπιστρέφουν πρὸς Αὐτὸν ἀπὸ τὸν νοερὸ πόλεμο μὲ τὰ πάθη· σὲ αὐτοὺς πού μετανοοῦν γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους, ποὺ ἐξομολογοῦνται, καὶ μὲ τὴν εὐλογία τοῦ Πνευματικοῦ τους προσέρχονται νὰ μεταλάβουν τὰ ἄχραντα Μυστήρια. Μὲ τὴν κατάλληλη λοιπὸν προετοιμασία ἂς προσερχόμαστε κι ἐμεῖς, ὥστε νὰ μεταλαμβάνουμε «Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον».osotir.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Μάρκ. η΄ 34-38, θ΄ 1) 15 Μαρτίου 2026

Μετάφραση τῆς Eὐαγγελικῆς περικοπῆς
Εἶπεν ὁ Κύριος: Ὅποιος θέλει νά μέ ἀκολουθήσει, πρέπει νά ἀπαρνηθεῖ τόν
ἑαυτό του καί νά σηκώσει τόν σταυρό του, καί νά μέ ἀκολουθήσει. Γιατί, ὅποιος
θέλει νά σώσει τήν ψυχή του, θά τή χάσει. Ὅποιος χάσει τήν ψυχή του χάριν
ἐμοῦ καί τοῦ εὐαγγελίου, αὐτός θά τή σώσει. Γιατί τί θά ὠφεληθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἄν
κερδίσει ὅλο τόν κόσμο καί χάσει τήν ψυχή του; Ἤ τί μπορεῖ νά δώσει ὁ ἄνθρω-
πος ὡς ἀντάλλαγμα γιά τήν ψυχή του; Γιατί ὅποιος ντρέπεται γιά ἐμένα καί γιά
τά λόγια μου σέ αὐτή τή γενεά τήν ἀνήθικη καί ἁμαρτωλή, τότε καί ὁ Υἱός τοῦ
Ἀνθρώπου θά ντραπεῖ γιά αὐτόν ὅταν ἔλθει μέ τή λαμπρότητα τοῦ Πατρός του
μαζί μέ τούς ἁγίους ἀγγέλους. Καί ἔλεγε σέ αὐτούς: Σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι ὑπάρχουν
μερικοί ἀπό αὐτούς πού βρίσκονται ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι δέν θά γευθοῦν τόν θάνατο
μέχρις ὅτου δοῦν τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ νά ἐπικρατεῖ δυναμικά.
(Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)

Ἐνῶ βρισκόμαστε στό μέσον τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Ἐκκλησία
προβάλλει ὅλως ἰδιαιτέρως τόν τίμιο καί ζωοποιό Σταυρό τοῦ Κυρίου,
τόν ὁποῖο καλεῖ νά προσκυνήσουμε. Νά ἐκφράσουμε δηλαδή τήν
εὐγνωμοσύνη καί ἀγάπη, τήν πίστη καί ἀφοσίωση, τήν εὐχαριστία καί
δοξολογία μας πρός τόν Χριστό πού θυσιάσθηκε γιά τήν σωτηρία μας.
Ἐφόσον ὁ Σταυρός εἶναι «ὅπλον εἰρήνης καί ἀήττητον τρόπαιον», ση-
μεῖο καταλλαγῆς καί πηγή δυνάμεως, φανέρωση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ
καί τῆς ἀνείκαστης ἀγάπης Του, μποροῦμε νά ἐννοήσουμε τήν σημασία
τῆς σημερινῆς ἑορτῆς καί τήν ἀξία τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου,
Ἐπισκόπου Σμύρνης (2ος αἰ.), ὁ ὁποῖος γράφει πρός τούς Φιλιππησίους:
«Ὅς μή ὁμολογεῖ τό μαρτύριον τοῦ Σταυροῦ ἐκ τοῦ διαβόλου ἐστί».
Μάλιστα, ἀπό πολλῶν ἐτῶν στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἔχει καθιερω-
θεῖ ὅλη ἡ ἑβδομάδα τῆς Σταυροπροσκυνήσεως νά εἶναι ἀφιερωμένη καί
στίς ἱερατικές κλίσεις, καθότι ἡ Ἱερωσύνη εἶναι διακονία τοῦ Ἐσταυρω-
μένου Κυρίου Ἰησοῦ, μετοχή στόν Σταυρό καί τήν Ἀνάστασή Του, μυ-
στήριο ἀγάπης σταυρικῆς, θυσιαστικῆς πρός τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί τήν
Ἁγία Ἐκκλησία.
Τό νόημα τοῦ «ἀκολουθεῖν καί μιμεῖσθαι» τόν Χριστό
Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας θέτει τίς προϋποθέσεις γιά νά
ἀκολουθεῖ ὁ πιστός τόν Χριστό. Ἀκολουθῶ τόν Κύριο σημαίνει, πρώτι-
στα, τήν ἐσωτερική σχέση μέ τόν Χριστό πού πραγματοποιεῖται μέ τήν
πίστη, τήν ἐμπιστοσύνη στό Πρόσωπο καί τόν λόγο Του καί, ἔπειτα, μέ
τήν διαρκῆ μαθητεία κοντά Του.
Ἡ μαθητεία συνίσταται στήν –κατά τό δυνατόν– μίμηση τοῦ τρόπου
ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Βεβαίως, ἡ μίμηση αὐτή δέν ἀφορᾶ στά ἐξωτερικά
σημεῖα τῆς ἐπί γῆς ζωῆς Του οὔτε περιορίζεται στήν ἠθική προσαρμογή τοῦ ἀνθρώπου πρός αὐτά. Γι’ αὐτό ὁ Μέγας Βασίλειος διδάσκει ὅτι ἡ μί-
μηση τοῦ Χριστοῦ δέν ἐπιτυγχάνεται μόνο μέ τήν συμμόρφωση τοῦ πι-
στοῦ πρός τά ὑποδείγματα τῆς ἀοργησίας (πραότητας), τῆς ταπεινο-
φροσύνης, τῆς μακροθυμίας Του, ἀλλά, κυρίως, μέ τήν συμμετοχή στόν
θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, πού πραγματοποιεῖται μέ τό Βά-
πτισμα καί τήν παλιγγενεσία πού αὐτό παρέχει, καί μέ τήν μετοχή στήν
θεία Εὐχαριστία. Ἔτσι ὁ Χριστιανισμός, ὡς σχέση ζωῆς μέ τόν Χριστό,
εἶναι «μίμησις τῆς θείας φύσεως» (Γρηγ. Νύσσης), εἶναι ἀνοδική πορεία
πρός τήν τελειότητα, ἡ ὁποία, βεβαίως, δέν ἔχει τέρμα σέ αὐτήν τήν
ζωή, ἀφοῦ τελικός σκοπός της εἶναι ἡ ἕνωση μέ τόν Θεό καί ἡ θέωση
τοῦ ἀνθρώπου. Ἑπομένως, μέ μία φράση, ἡ ἠθική μίμηση τοῦ Χριστοῦ
δέν συνιστᾶ τόν ἔσχατο σκοπό τοῦ πιστοῦ, ἀλλά ἀποτελεῖ τόν ἀπαραίτη-
το ὅρο γιά τήν ἐπίτευξή του. Ἡ ἐξομοίωση τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν Χρι-
στό εἶναι προϋπόθεση γιά τήν θέωσή του, ἡ ὁποία ἐπιτελεῖται ἀπό τήν
Χάρι τοῦ Θεοῦ.
Ἐλεύθερη ἄρση τοῦ Σταυροῦ
Ὁ Θεός, γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στούς Γαλάτες, σᾶς κάλεσε
γιά νά ζήσετε ἐλεύθεροι. Μόνο νά μή γίνει ἡ ἐλευθερία ἀφορμή γιά
ἁμαρτωλή διαγωγή, ἀλλά μέ ἀγάπη νά ὑπηρετεῖτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο (Γαλ.
5,13).
Ἑπομένως, ἐλεύθερα –ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν– ὁ Χρι-
στός καλεῖ κάθε ἄνθρωπο νά τόν ἀκολουθήσει καί νά σηκώσει τόν σταυ-
ρό του· σταυρό ἐλεύθερης ἀγάπης καί ἑκούσιας ἄρσεως. Μέ τόν ρό τοῦ Χριστοῦ ὁ πιστός διδάσκεται τήν ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Δηλαδή,
ἀγαπᾶ ὅπως ὁ Χριστός, χωρίς προϋποθέσεις καί ὅρια, χωρίς νά περιμέ-
νει ἀνταπόδοση. Ἀξιοποιεῖ τό δῶρο τῆς ἐλευθερίας του, ἐναρμονίζον-
τας τήν ζωή του μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖες φυλάσσουν ἀκέ-
ραιη τήν ἐλευθερία, τόν αὐτοσεβασμό καί τόν σεβασμό πρός κάθε
ἄνθρωπο.
Ἐάν ὁ ἐγωισμός, ἡ κατακράτηση τῆς ἀγάπης καί τῶν θείων δωρεῶν
ἀποκλειστικά γιά τόν ἑαυτό μας, ἡ ἑκούσια ὑποταγή στόν νόμο τῆς
ἁμαρτίας καί ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν Θεό συνιστοῦν τήν ἀπόρριψη τοῦ
Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ καί, ἑπομένως, τήν αὐτοκαταδίκη μας, τότε ἡ τα-
πείνωση, ὡς ἄσκηση ἐμπιστοσύνης στόν Θεό, ἡ συνέργειά μας στό νά
κυκλοφορεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ σέ ὅλο τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ
ἐσωτερική σχέση μέ τόν Θεό καί ἡ ἀποτίναξη τοῦ ζυγοῦ τῆς ἁμαρτίας
συγκροτοῦν τήν συνειδητή ἐπιλογή γιά ἄρση τοῦ Σταυροῦ. Γι’ αὐτό ἡ
Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ διαρκῶς νά προσβλέπουμε στόν Σταυρό τοῦ Χρι-
στοῦ, νά τόν ἐναγκαλιζόμαστε καί νά τόν ἀφήνουμε νά μᾶς διδάσκει ὅτι
ἡ ὕπαρξή μας διασώζεται μέ τήν κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, διά τῆς
ὁποίας ἐνεργεῖ μέσα μας ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος.
Ἄν ἀνταποκριθοῦμε σέ αὐτό τό κάλεσμα, θά ἐννοήσουμε τί σημαίνει
ὅτι «Ὁ λόγος γάρ ὁ τοῦ σταυροῦ… τοῖς δέ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις
Θεοῦ ἐστι» (Α΄ Κορ. 1,18).
Ἀρχιμ. Ν. Κ.ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)