ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

Η’. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄. 11-18).

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, Μαρία εἱστήκει πρὸς τὸ μνημεῖον κλαίουσα ἔξω· ὡς οὖν ἔκλαιε, παρέκυψεν εἰς τὸ μνημεῖον, καὶ θεωρεῖ δύο ἀγγέλους ἐν λευκοῖς καθεζομένους, ἕνα πρὸς τῇ κεφαλῇ, καὶ ἕνα πρὸς τοῖς ποσίν, ὅπου ἔκειτο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ λέγουσιν αὐτῇ ἐκεῖνοι· γύναι, τί κλαίεις;λέγει αὐτοῖς· ὅτι ᾖραν τὸν Κύριόν μου, καὶ οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν αὐτόν· καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἐστράφη εἰς τὰ ὀπίσω, καὶ θεωρεῖ τὸν Ἰησοῦν ἑστῶτα, καὶ οὐκ ᾒδει ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, τί κλαίεις; τίνα ζητεῖς; Ἐκείνη δοκοῦσα ὅτι ὁ κηπουρὸς ἐστι, λέγει αὐτῷ· Κύριε, εἰ σὺ ἐβάστασας αὐτόν, εἰπέ μοι ποῦ ἔθηκας, αὐτὸν κᾀγὼ αὐτὸν ἀρῶ· λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μαρία· στραφεῖσα ἐκείνη λέγει αὐτῷ· Ῥαββουνί· ὃ λέγεται Διδάσκαλε·λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς, μή μου ἃπτου· οὔπω γὰρ τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν, καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν· ἔρχεται Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἀπαγγέλλουσα τοῖς Μαθηταῖς ὅτι ἑώρακε τὸν Κύριον· καὶ ταῦτα εἶπεν αὐτῇ.

Η΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ἰωάννην. (Κ΄. 11-18).

Τόν καιρό ἐκεῖνο ἡ Μαρία (ἡ Μαγδαληνή) στεκόταν κοντά στό μνημεῖο κλαίοντας ἀπ’ ἔξω. Καθώς λοιπό ἔκλαιε, παράσκυψε στό μνημεῖο καί βλέπει δύο Ἀγγέλους νά κάθονται λευκοφορεμένοι, ἕνας πρός τό κεφάλι καί ἕνας πρός τά πόδια, ὅπου ἦταν θαμμένο τό σῶμα τοῦ Ἰησοῦ· καί τῆς λένε ἐκεῖνοι· γυναίκα, γιατί κλαῖς; τούς λέει·κλαίω, γιατί πῆραν τόν Κύριό μου ἀπό τό μνημεῖο καί δέν γνωρίζω ποῦ τόν ἔβαλαν, καί λέγοντας αὐτά στράφηκε πρός τά πίσω, καί βλέπει τόν Ἰησοῦ νά στέκεται, καί δέν κατάλαβε ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς· γυναίκα γιατί κλαῖς; ποιόν ἀναζητεῖς; Ἐκείνη νομίζοντας ὅτι εἶναι ὁ κηπουρός τοῦ λέγει· Κύριε, ἄν ἐσύ τόν μετέφερες, πές μου ποῦ τόν ἔβαλες καί ἐγώ θά τόν πάρω. Τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς·Μαρία. Ἐκείνη στράφηκε καί τοῦ λέγει· Ραββουνί, πού σημαίνει Διδάσκαλε· τῆς λέγει ὁ Ἰησοῦς μή μέ ἀγγίζεις, διότι δέν ἀνέβηκα ἀκόμη στόν Πατέρα μου· ἀλλά πήγαινε στούς ἀδελφούς μου καί πές τους· ἀνεβαίνω στόν Πατέρα μου καί Πατέρα σας, καί Θεό μου καί Θεό σας. Ἔρχεται ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἀναγγέλλοντας στούς Μαθητές ὅτι εἶδε τόν Κύριο καί ὅτι τῆς εἶπε αὐτά.

Ἀπόστολος Κυριακῆς

Κυριακή Δ΄ Νηστειῶν – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 22 Μαρτίου 2026

16 Μαρτίου, 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 22 Μαρτίου 2026, Κυριακή Δ΄ Νηστειῶν (Ἑβρ. δ΄ 14 – ε΄ 6)

Ἀδελφοί, τῷ Ἀβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ᾿ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾿ ἑαυτοῦ, λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλο­γήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν Ἰησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ

Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς Δ΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν προβάλλει ἐνώπιόν μας τὴν ὑπέροχη μορφὴ τοῦ Ἀβραάμ. Τὸν γενάρχη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, στὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ἔδωσε σημαντικὲς ἐπαγγελίες. Τοῦ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ χαρίσει σ᾿ αὐτὸν καὶ στοὺς ἀπογόνους του τὴ γῆ Χαναάν, ὅτι θὰ τὸν ἀναδείξει γενάρχη ἑνὸς μεγάλου ἔθνους, οἱ ἀπόγονοί του θὰ εἶναι ἀμέτρητοι, σὰν τὴν ἄμμο τῆς γῆς καὶ σὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του θὰ προέλθουν βασιλεῖς. Μάλιστα ὁ Θεός, γιὰ νὰ δώσει κύρος στὶς ἐπαγγελίες του, ὁρκίσθηκε ὅτι θὰ τὶς ­πραγματοποιήσει, ὅπως ἀκούσαμε στὴν περικοπή. Ὁ Ἀβραὰμ πίστεψε στὶς ὑποσχέσεις αὐτὲς καὶ ἔκανε ὅ,τι τοῦ ζήτησε ὁ Ὕψιστος.

Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ δὲν φαίνονταν ἀρχικὰ νὰ ἐκπληρώνονται. Ἀντίθετα ἔδειχναν νὰ διαψεύδονται, νὰ ναυαγοῦν. Τὰ χρόνια περνοῦσαν. Ὁ Ἀβραὰμ εἶχε φθάσει σὲ βαθὺ γῆρας καὶ δὲν εἶχε οὔτε ἕνα παιδί. Καὶ ὅταν ἀργότερα τοῦ χάρισε ὁ Θεὸς τὸν Ἰσαάκ, τοῦ ζήτησε κατόπιν νὰ τὸν θυσιάσει, θέλοντας νὰ δοκιμάσει τὴν πίστη του, χωρὶς τελικὰ νὰ τὸν ἀφήσει νὰ πράξει κάτι τέτοιο. Ἔπειτα ἀπὸ χρόνια, ὡστόσο, πραγματοποιήθηκαν ὅλες οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Κυρίου. Διότι ὁ Θεὸς ­ἐκπληρώνει πάντοτε μὲ ­ἀκρίβεια τὶς ἐπαγγελίες του.

Σὲ ὅλους μας ὁ Κύριος ἔχει δώσει ὑποσχέσεις μέσα ἀπὸ τὸν αἰώνιο λόγο του, τὴν Ἁγία Γραφή. Μᾶς ὑπόσχεται, γιὰ παράδειγμα, ὅτι εἶναι πάντοτε δίπλα μας, ὅτι προνοεῖ Ἐκεῖνος γιὰ ἐμᾶς, ὅτι δὲν θὰ μᾶς λείψει τίποτα, ὅτι θὰ μᾶς χαρίσει τὴν αἰώνια Βασιλεία του. Πράγματι δὲν ἀθετεῖ τοὺς λόγους του. «Ὃ ἐπήγγελται δυνατός ἐστι καὶ ποιῆσαι» (Ρωμ. δ΄ 21). Ἔχει τὴ δύναμη νὰ πραγματοποιήσει ὅ,τι μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ. Κι ἂν κάποτε φαίνεται νὰ καθυστερεῖ, δὲν ἀναιρεῖ τὶς ὑποσχέσεις του.

2. Πρότυπο ὑπομονῆς

Ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια βέβαια, μέχρι νὰ ἐκπληρωθοῦν οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἀβραὰμ ἔκανε ὑπομονή. «Μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας», ἀκούσαμε στὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα. Ὁ Κύριος δηλαδὴ εἶδε τὴν ὑπομονή του καὶ τὸν εὐλόγησε πολὺ πλούσια. Τοῦ χάρισε ἀναρί­θμητους ἀπογόνους. Κατὰ σάρκα ἀπόγονοί του εἶναι μὲν οἱ Ἑβραῖοι. Μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του προῆλθε ὡς ἄνθρωπος ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Πνευματικοὶ ἀπόγονοί του ὅμως εἴμαστε ὅλοι οἱ πιστοὶ Χριστιανοί. Διότι ὁ Ἀβραὰμ εἶναι ὁ γενάρχης τῆς πίστεως. Τὸν ὁδήγησε μάλιστα ὁ Θεὸς στὴν οὐράνια Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Τοῦ χάρισε τὴ Βασιλεία του, τὴν αἰώνια μακαριότητα τοῦ Παραδείσου.

Τὸ θαυμάσιο παράδειγμα τοῦ Ἀβραὰμ μᾶς διδάσκει τὴν ὑπομονή, τὴν καρτερική, τὴν ἀγόγγυστη, τὴν ἀδιαμαρτύρητη ὑπομονή. Τὴν ὑπομονή, ἀκόμη κι ὅταν οἱ μῆνες καὶ τὰ χρόνια περνοῦν καὶ δὲν διαφαίνεται κάποια λύση στὸ πρόβλημά μας, ἢ ἡ πραγματοποίηση τῶν προσδοκιῶν μας. Γιὰ τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι μαθημένος νὰ ἔχει ὅ,τι θέλει, ὅταν τὸ θέλει, ἡ ὑπομονὴ μοιάζει κάποτε μὲ μαρτύριο. Αὐτὴ ὅμως εἶναι ἡ ἀσφαλὴς ὁδός, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ, ὅπου μᾶς περιμένει ὁ Ἀβραὰμ καὶ ὅλοι οἱ δίκαιοι καὶ οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι πορεύθηκαν στὴ ζωή τους τὴν ἀνηφορικὴ ὁδὸ τῆς ὑπομονῆς.

3. Ἄγκυρα ἐλπίδας

Ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος μᾶς ἐπισημαίνει ἐπίσης ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἔδωσε τὶς ἐπαγγελίες του, ὥστε ἐμεῖς ποὺ καταφεύγουμε σ᾿ Ἐκεῖνον νὰ ἔχουμε θάρρος καὶ σταθερὴ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀποκτήσεως τῶν οὐράνιων ἀγαθῶν. Αὐτὴ τὴν ἐλπίδα «ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν». Αὐτὴ τὴν ἐλπίδα ἔχουμε σὰν ἄγκυρα τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία μᾶς ἀσφαλίζει ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ εἶναι σταθερή, ἀμετακίνητη. Ἡ ἄγκυρα αὐτὴ εἰσέρχεται «εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος». Εἶναι στερεωμένη δηλαδὴ στὸν ἱερότερο χῶρο τοῦ οὐρανοῦ, στὸν θρόνο τοῦ Κυρίου. Ἡ ἐλπίδα μας λοιπὸν μοιάζει μὲ μιὰ ἄγκυρα, ποὺ δὲν εἶναι γαν­τζωμένη στὴν ἄμμο ἢ σὲ ἀσταθὴ πυθμένα, ἀλλὰ εἶναι στερεωμένη στὸν οὐρανό. Τὴν κρατεῖ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Ἐκεῖνος εἶναι τελικὰ ἡ ἐλπίδα μας· ὁ πάνσοφος, ὁ παν­τοδύναμος, ὁ πανάγαθος Θεός.

Ἑπομένως ἂς ἔχουμε τὴν ἐλπίδα μας στὸν οὐρανό, στηριγμένη στὸν Κύριο. Ὥστε, ὄχι ἁπλῶς νὰ μένουμε ἀτάραχοι, ἀκόμη καὶ ὅταν τὰ κύματα τῶν δοκιμασιῶν εἶναι ἀλλεπάλληλα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν παρούσα ἀκόμη ζωὴ νὰ προγευόμαστε τὴν ἐκπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν τοῦ Θεοῦ. «Ἐν τῷ κόσμῳ ἔτι ὄντας διὰ τῆς ἐλπίδος ἤδη ἐν τῷ οὐρανῷ ἐσμεν» (ΕΠΕ 24, 476), τονίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Μέσω τῆς ἐλπίδας βρισκόμαστε ἤδη ἀπὸ τώρα στὸν οὐρανό. Μὲ τὴν ἐλπίδα μας στηριγμένη στὸν Κύριο θὰ διαπλέουμε τὸ πέλαγος τοῦ παρόντος βίου, ἔχοντας τὴ βεβαιότητα ὅτι Ἐκεῖνος θὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ ἀκύμαντο λιμάνι τοῦ οὐρανοῦ, στὴ χαρὰ τῆς Βασιλείας του..osotir


ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Μάρκ. θ΄ 17-31) 22 Μαρτίου 2026

Μετάφραση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς
Τόν καιρόν ἐκεῖνον, κάποιος ἀπό τό πλῆθος ἀποκρίθηκε καί εἶπε· Διδάσκαλε, ἔφερα
τόν γιό μου σέ ἐσένα, γιατί ἔχει δαιμόνιο πού τόν κάνει ἄλαλο. Ὅπου τόν πιάσει,
τόν ρίχνει κάτω καί βγάζει ἀφρούς καί τρίζει τά δόντια του καί μένει ξερός. Πα-
ρακάλεσα τούς μαθητές σου νά βγάλουν τό δαιμόνιο, καί δέν μπόρεσαν. Αὐτός ἀπο-
κρίθηκε καί τοῦ εἶπε: Ἄπιστη γενεά, μέχρι πότε θά εἶμαι μαζί σας; Μέχρι πότε θά
σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε τον σέ ἐμένα. Καί τόν ἔφεραν σέ αὐτόν. Ἀμέσως μόλις τόν εἶδε
τό δαιμόνιο (τόν Ἰησοῦ), συντάραξε τόν νέο, πού ἔπεσε στή γῆ καί κυλιόταν καί
ἔβγαζε ἀφρούς. Ὁ Ἰησοῦς ρώτησε τόν πατέρα του: Πόσος χρόνος εἶναι ἀπό τότε
πού τοῦ συνέβη αὐτό; Καί αὐτός εἶπε: Ἀπό τότε πού ἦταν παιδί· καί πολλές φορές
τόν ἔριξε στή φωτιά καί στό νερό, γιά νά τόν ἐξοντώσει· ἀλλά ἄν μπορεῖς νά κάνεις
κάτι, λυπήσου μας καί βοήθησέ μας. Ὁ Ἰησοῦς τοῦ εἶπε: Ἄν μπορεῖς νά πιστέψεις,
ὅλα εἶναι δυνατά σέ ὅποιον πιστεύει. Καί ἀμέσως φώναξε δυνατά ὁ πατέρας τοῦ
παιδιοῦ καί μέ δάκρυα στά μάτια εἶπε: Πιστεύω, Κύριε· βοήθησέ με στήν ἀπιστία
μου. Ὅταν εἶδε ὁ Ἰησοῦς ὅτι συγκεντρώνεται πλῆθος λαοῦ, ἐπέπληξε τό δαιμόνιο
καί τοῦ εἶπε: Ἄλαλο καί κωφό δαιμονικό πνεῦμα, ἐγώ σέ διατάσσω: Βγές ἀπό αὐτόν
καί ποτέ πλέον νά μήν μπεῖς πάλι σέ αὐτόν. Καί ἀφοῦ φώναξε δυνατά καί τόν συν-
τάραξε, βγῆκε καί ἔγινε σάν νεκρός ὁ νέος, ὥστε πολλοί νά νομίζουν ὅτι πέθανε. Ὁ
Ἰησοῦς τόν ἔπιασε ἀπό τό χέρι, τόν σήκωσε καί στάθηκε ὄρθιος. Καί ὅταν μπῆκε
σέ κάποιο σπίτι, οἱ μαθητές του τόν ρωτοῦσαν ἰδιαιτέρως, γιατί ἐμεῖς δέν μπορέσαμε
νά βγάλουμε τό δαιμόνιο; Καί τούς εἶπε: Τά δαιμόνια μέ τίποτε ἄλλο δέν μποροῦν
νά βγοῦν παρά μόνο μέ προσευχή καί νηστεία. Ὅταν ἔφυγαν ἀπό ἐκεῖ, περνοῦσαν
μέσω τῆς Γαλιλαίας καί δέν ἤθελε νά τό ξέρει κανείς, γιατί δίδασκε τούς μαθητές
του καί τούς ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου θά παραδοθεῖ σέ ἀνθρώπους πού θά
τόν θανατώσουν· καί ἀφοῦ θανατωθεῖ, θά ἀναστηθεῖ τήν τρίτη ἡμέρα. Αὐτοί ὅμως
δέν καταλάβαιναν τί ἔλεγε καί δίσταζαν νά τόν ρωτήσουν.
(Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)

Η ΠΙΣΤΗ ΩΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Κατά τήν σημερινή Κυριακή ἡ Ἐκκλησία προβάλλει τήν ἀσκητική μορφή
καί διδασκαλία ἑνός κορυφαίου ἀββᾶ τῆς σιναϊτικῆς ἐρήμου, τοῦ ἁγίου
Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. Ἔζησε κατά τόν 7ο αἰ., κατέλιπε τό ὑπόδειγμα
τῆς ὁσιακῆς βιοτῆς του ὡς πολύτιμη παρακαταθήκη σέ ὅλη τήν Ἐκκλη-
σία, ἔθρεψε, καί συνεχίζει νά θρέφει πνευματικά, τόν λαό τοῦ Θεοῦ,
λαϊκούς, μοναχούς, κληρικούς, μέ τό περίφημο βιβλίο του «Κλῖμαξ». Ὁ
ἅγιος Ἰωάννης μέ τό ὡς ἄνω σύγγραμμά του ἀπελαύνει ἀπό τήν ὕπαρξη
τοῦ ἀνθρώπου τά σκοτεινά δαιμονικά πάθη πού ἐπιδιώκουν νά τόν ὁδη-
γήσουν στήν ἀπώλεια καί τήν καταστροφή, καί φέρνει τό φῶς καί τήν
ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ὡς αὔρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Τό σημερινό, μάλιστα, εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα διακηρύσσει τήν πί-
στη τῆς Ἐκκλησίας ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἦλθε στόν κόσμο «ἵνα διά τοῦ
θανάτου καταργήσῃ τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τόν
διάβολον» (Ἑβρ. 2,14), καθώς γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ Κύριος
ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά καταργήσει μέ τόν θάνατό του αὐτόν πού ἐξου-
σίαζε τόν θάνατο, δηλαδή τόν διάβολο. Τοιουτοτρόπως, ἡ πίστη ἀνα-
γεννᾶ τόν ἄνθρωπο· τόν ἀνακαινίζει καί τόν ἀναπλάθει· τόν ἀπαλλάσσει
ἀπό τόν θάνατο τῆς ἁμαρτίας καί τοῦ ἐγωισμοῦ καί τόν εἰσάγει στόν
χῶρο τῆς θαυματουργίας.
Ἡ πίστη ὡς συντελεστής τοῦ θαύματος
Ὁ πατέρας ἑνός δαιμονιζόμενου παιδιοῦ, μᾶς λέει τό Εὐαγγέλιο, ζη-
τάει τήν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ γιά τόν πάσχοντα υἱό του πού ὑποφέρει
παιδιόθεν ἀπό τήν ἐπήρεια τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων. Ἡ πίστη τοῦ πατέ-
ρα διῆλθε ἀπό κάποια στάδια, στά ὁποῖα ἔχει σημασία νά ἀναφερθοῦμε.
Καταρχάς τόν βλέπουμε νά βυθίζεται στήν ἀπόγνωση, τήν ἀπελπισία.
Δέν ἤξερε τί νά κάνει μέ τό παιδί του, πῶς νά τό βοηθήσει νά χθεῖ ἀπό τήν φοβερή κατάσταση στήν ὁποία βρισκόταν. Γι’ αὐτό καί μέ
πόνο λέει στόν Χριστό: «Καί πολλάκις αὐτόν εἰς τό πῦρ ἔβαλε καί εἰς
ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν». Πολλές φορές τό ἀκάθαρτο πνεῦμα ἔριξε
τό παιδί στήν φωτιά καί τά νερά γιά νά τό ἐξολοθρεύσει. Ἀπύθμενη ἡ
κακία τοῦ διαβόλου· ἀπερινόητη, ἀκατάληπτη ἡ ἀγάπη καί ἡ δύναμη τοῦ
Θεοῦ. Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύουν ἀλληγορικά τό ἀνωτέρω γε-
γονός, λέγοντας ὅτι ὁ ἄνθρωπος σπρώχνεται ἀπό τόν ἀρχέκακο ὄφι
στήν φωτιά τοῦ θυμοῦ καί τῆς ἐπιθυμίας. Ὄντως, δέν ὑπάρχει κάτι φο-
βερότερο ἀπό τό νά μή μπορεῖς νά θέσεις φραγμό καί νά μεταβάλλεις
τόν θυμό σέ πραότητα καί δύναμη εὐεργετική· ἀπό τό νά μή σταματᾶς
νά ἐπιθυμεῖς συνεχῶς καί νά λατρεύεις σάν εἴδωλα πράγματα ὑλικά, νά
ἀποζητεῖς τήν ἐγωιστική ἐπιβολή καί κυριαρχία ἐπί τῶν συνειδήσεων τῶν ἀνθρώπων, μή σεβόμενος τήν ἐλευθερία τους. Καί ἔπειτα, σπρώ-
χνεται ὁ ἄνθρωπος στό νερό, πού, μέ ἀλληγορική ἔννοια, εἶναι ἡ θαλασ-
σοταραχή τῶν βιοτικῶν πραγμάτων. Ἀπορροφᾶται, δηλαδή, ἀπό τήν φι-
λοδοξία, τήν φιληδονία καί κάθε ἄλλο ἐπιβλαβές πάθος, καί ἔτσι γίνεται
σταδιακά ἄδικος, ἄφρων, δυστυχής, ἀνισόρροπος.
Ὁ βασανισμένος πατέρας, ἀφοῦ διῆλθε ἀπό τό δεύτερο στάδιο τῆς
ἀμφιβολίας, δεδομένου ὅτι χωρίς νά τό πολυπιστεύει εἶπε στόν Κύριο
ἄν μπορεῖς νά κάνεις κάτι, βοήθησέ μας, σπλαγχνίσου μας, φθάνει στό
τρίτο στάδιο, αὐτό τῆς δυνατῆς πίστεως, καθότι ἀποδέχθηκε χωρίς
ἀμφισβήτηση τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα νατά τῷ πιστεύοντι», καί μέ δάκρυα παρακαλοῦσε νά τόν βοηθήσει ὁ
Κύριος στήν ἀπιστία του. Καί τό θαῦμα ἔγινε. Τό παιδί του ἐλευθερώθη-
κε ἀπό τήν δαιμονική ἐπιβολή μέ τήν θεία ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἀκαταίσχυντη ἐλπίδα τῆς πίστεως
Ἡ πίστη, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ἑβραίους ἐπιστο-
λή του, δίνει ὕπαρξη σέ ἐκεῖνα πού ἐλπίζουμε καί ἀποδεικνύει ἐκεῖνα πού
δέν βλέπουμε. Γιά νά συμπληρώσει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «ἄν
ὅλα εἶναι φανερά, ποῦ εἶναι ἡ πίστη, πές μου, γιατί πίστη εἶναι ἡ ἀνεπιφύ-
λακτη ἀποδοχή». Λίγο πρίν ἀπαλλάξει ὁ Χριστός τόν νέο τῆς περικοπῆς
μας ἀπό τήν κακία τῶν δαιμόνων, τοῦ κράτησε τό χέρι, τόν σήκωσε καί
ἐκεῖνος θαυματουργικά στάθηκε ὄρθιος. Αὐτή ἡ κίνηση τοῦ Χριστοῦ
εἰκονίζει τήν πίστη ὅτι ἡ ἀληθινή ζωή προσφέρεται ἀπό τόν Χριστό, ὁ
Ὁποῖος εἶναι ἡ ἀνάστασή μας ἀπό τήν ἐπήρεια τῶν δαιμονικῶν δυνάμε-
ων. Γιατί τά ἀληθινά θαύματα δέν γίνονται γύρω ἀπό ἐμᾶς, ἀλλά μέσα
μας, βαθιά στήν ψυχή μας. Καί τότε δέν τίθεται τό ἐρώτημα ἐάν μπορεῖ
ὁ Χριστός νά θεραπεύσει τό παιδί μας, τό σῶμα, τήν ψυχή μας, τόν κό-
σμο μας, ἀλλά ἐάν μποροῦμε ἐμεῖς νά πιστεύσουμε ὅτι ὁ Χριστός, ὡς ὁ
μόνος ἀληθινός Θεός, δύναται νά μᾶς θεραπεύσει καί ἀναστήσει, νά μᾶς
φωτίσει καί ἁγιάσει, νά κατοικήσει μέσα στήν ὕπαρξή μας καί ἐμεῖς μέσα
στήν ἀκτινοβολία τῆς ἀγάπης Του.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.Ἀποστολικῆς Διακονίας