ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

Ι΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ἰωάννην. (ΚΑ΄. 1-14).

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος, ἐφανέρωσε δὲ οὕτως· Ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν Μαθη τῶν αὐτοῦ δύο. Λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος·Ὑπάγω ἁλιεύειν. Λέγουσιν αὐτῷ·ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί. Ἐξῆλθον καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.Πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν· οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ Μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Παιδία, μή τι προσφάγιον ἔχετε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· οὔ· ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. Ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων. Λέγει οὖν ὁ Μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ· Ὁ Κύριός ἐστι. Σίμων οὖν Πέτρος, ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι, τὸν ἐπενδύτην διεζώσατοἦν γὰρ γυμνὸς καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν, οἱ δὲ ἄλλοι Μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ’ ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων, σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων. Ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον, καὶ ἄρτον. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε νῦν. Ἀνέβη οὖν Σίμων Πέτρος, καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντήκοντα τριῶν, καὶ τοσούτων ὄντων, οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· δεῦτε ἀριστήσατε. Οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν Μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν. Σὺ τίς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν. Ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς,καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον, καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως. Τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.

Ι΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ἰωάννην. (ΚΑ΄. 1-14).

Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ Ἰησοῦς φανέρωσε στούς Μαθητές του τόν ἑαυτό του στή θάλασσα τῆς Τιβεριάδας, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς· καί τόν φανέρωσε ὡς ἑξῆς·ἦταν μαζί ὁ Σίμων ὁ Πέτρος καί ὁ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καί ὁ Ναθαναήλ ἀπό τήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας καί οἱ γιοί τοῦ Ζεβεδαίου, καί ἄλλοι δύο ἀπό τούς Μαθητές του.Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Σίμων ὁ Πέτρος· πηγαίνω νά ψαρέψω.Τοῦ λένε· ἐρχόμαστε κι ἐμεῖς μαζί σου. Βγῆκαν καί ἀνέβηκαν στό πλοῖο ἀμέσως, καί δέν ἔπιασαν τίποτε ἐκείνη τή νύχτα. Καί ὅταν ἔγινε πλέον πρωΐ, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στήν ἀκρογιαλιά· δέν γνώριζαν ὅμως οἱ Μαθητές ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Λέγει λοιπόν σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· Παιδιά, μήπως ἔχετε κανένα ψάρι γιά φαγητό; τοῦ ἀποκρίθηκαν· ὄχι. Καί Ἐκεῖνος εἶπε σ’ αὐτούς· ρίξτε τό δίχτυ στά δεξιά μέρη τοῦ πλοίου καί θά βρῆτε. Τό ἔρριξαν λοιπόν καί δέν μπόρεσαν νά τό ἀνασύρουν ἀπό τό πλῆθος τῶν ψαριῶν. Λέγει λοιπόν ὁ Μαθητής ἐκεῖνος τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς στόν Πέτρο· ὁ Κύριος εἶναι. Ὁ Σίμων λοιπόν ὁ Πέτρος μόλις ἄκουσε ὅτι εἶναι ὁ Κύριος, φόρεσε βιαστικά τόν ἐργατικό σάκκο του, γιατί ἦταν σχεδόν γυμνός, καί ρίχθηκε ὁρμητικά στή θάλασσα· ἐνῷ οἱ ἄλλοι Μαθητές ἦλθαν μέ τό πλοιάριο, διότι δέν ἦταν μακριά ἀπό τήν ξηρά, ἀλλά περίπου διακόσιους πήχεις (150 μέτρα) σέρνοντας τό δίχτυ μέ τά ψάρια. Μόλις λοιπόν ἀποβιβάσθηκαν στήν ξηρά, βλέπουν ἕτοιμα ἀναμμένα κάρβουνα καί ἕνα ψάρι τοποθετημένο ἐπάνω τους καί ψωμί. Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· φέρετε ἀπό τά ψάρια πού πιάσατε τώρα. Ἀνέβηκε λοιπόν στό πλοῖο ὁ Σίμων Πέτρος καί ἔσυρε ἐπάνω στήν ξηρά τό δίχτυ γεμάτο ἀπό ἑκατόν πενήντα τρία μεγάλα ψάρια. Καί μολονότι ἦταν τόσο πολλά καί μεγάλα, δέν σχίσθηκε τό δίχτυ. Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· ἐλᾶτε τώρα νά πάρετε τό πρωϊνό σας. Καί ἀπό σεβασμό κανείς ἀπό τούς Μαθητές δέν τολμοῦσε νά τόν ἐξετάσει καί νά τόν ἐρωτήσει ποιός εἶσαι ἐσύ, ἐπειδή γνώριζαν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος. Ἔρχεται λοιπὀν ὁ Ἰησοῦς καί παίρνει στά χέρια του τόν ἄρτο (τό ψωμί) καί τόν μοιράζει σ’ αὐτούς καί τό ψάρι ἐπίσης. Αὐτή ἦταν ἡ τρίτη φορά που φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς Μαθητάς του, ἀφ’ ὅτου ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς.

Ἀπόστολος Κυριακῆς

Κυριακή τῶν Βαΐων – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 5 Ἀπριλίου 2026

30 Μαρτίου, 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 5 Ἀπριλίου 2026, Κυριακή τῶν Βαΐων (Φιλιπ. δ΄ 4-9)

Ἀδελφοί, χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντο­τε· πάλιν ἐρῶ, χαί­ρετε. τὸ ἐπιεικὲς ὑμῶν γνωσθήτω πᾶσιν ἀν­θρώ­ποις. ὁ Κύριος ἐγγύς. μηδὲν μεριμνᾶτε, ἀλλ᾿ ἐν παντὶ τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει μετὰ εὐχα­ριστίας τὰ αἰτήματα ὑ­μῶν γνωριζέσθω πρὸς τὸν Θεόν. καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν φρουρήσει τὰς καρδίας ὑμῶν καὶ τὰ νοήματα ὑμῶν ἐν Χρι­στῷ Ἰησοῦ. Τὸ λοι­πόν, ἀδελφοί, ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετὴ καὶ εἴ τις ἔπαινος, ταῦτα λογί­ζε­σθε· ἃ καὶ ἐμάθετε καὶ παρελάβετε καὶ ἠ­κού­σατε καὶ εἴδετε ἐν ἐ­μοί, ταῦτα πράσσετε· καὶ ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης ἔσται μεθ᾿ ὑμῶν. .

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Χαρὰ διαρκὴς 

Ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων εἶναι ἡμέρα πανηγυρικὴ καὶ χαρμόσυνη, στὸ κατώφλι τῆς Ἑβδομάδας τῶν Παθῶν. Ὁ Κύριος εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλὴμ καθισμένος ἐπάνω σ᾿ ἕνα γαϊδουράκι, «καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου» (Ἰω. ιβ΄ 15), ἐνῶ τὸ πλῆθος τοῦ κόσμου ζητωκραυγάζει. Ἀπολύτως ταιριαστὸ μὲ τὴν ἡμέρα εἶναι τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τῆς θείας Λειτουργίας. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος κάνει ἐδῶ λόγο γιὰ τὴ χαρά. «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε· πάλιν ἐρῶ, χαίρετε», τονίζει. Δηλαδή, νὰ χαίρεσθε πάντοτε μὲ τὴ χαρὰ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Κύριο. Σᾶς τὸ ξαναλέω, νὰ χαίρεσθε.

Ἡ λύπη ἦταν ἀχώριστος σύντροφος τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐξορίσθηκαν οἱ Πρωτόπλαστοι ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς Ἐδὲμ στὴν ἀρχὴ τῆς ἱστορίας. «Ἐν λύπαις» (Γεν. γ΄ 16), ὅπως εἶχε πεῖ προφητικὰ στὴν Εὔα ὁ Θεός, διῆλθαν τὴν ὑπόλοιπη ζωή τους. Μαζί τους καὶ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος ἦταν καταδικασμένο νὰ πορεύεται μέσα σὲ βάσανα καὶ στεναγμούς.

Ἀπὸ τὴν κατάσταση αὐτὴ ὅμως ἐλευθέρωσε τὴν ἀνθρωπότητα ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ τὴ σταυρικὴ θυσία του καὶ τὴν Ἀνάστασή του. Τὸ δάκρυ πλέον ἀντικαταστάθηκε μὲ τὸ χαμόγελο, ἡ λύπη μὲ τὴ χαρά. Ὁ κάθε πιστὸς μπορεῖ πάντοτε νὰ αἰσθάνεται τὴ βαθιὰ χαρά, ποὺ χαρίζει ὁ Κύριος· ἀκόμη κι ὅταν ἀντιμετωπίζει δοκιμασίες. Διότι ἡ χαρὰ αὐτὴ δὲν προέρχεται ἀπὸ ἐξωτερικὲς συνθῆκες καὶ διασκεδάσεις, ἀλλὰ πηγάζει ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι «ἐν Κυρίῳ» χαρά. Εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ χαρὰ ποὺ νιώθει ὁ πιστός, ὅταν ἐξομολογεῖται τὰ ἁμαρτήματά του καὶ διορθώνει τὸ παρελθόν του. Ἡ ὑπερκόσμια χαρὰ ποὺ σκιρτᾶ μέσα του, ὅταν ἀναλογίζεται τὸ αἰώνιο μέλλον στὸ οὐράνιο πανηγύρι τῆς Ἐκκλησίας, στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ἂς μὴν ἀφήνουμε τὶς δοκιμασίες τῆς ζωῆς, οὔτε βέβαια ἄλλους πιὸ ἀσήμαν­τους λόγους νὰ ἀμαυρώνουν τὴ χαρά μας. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔγραψε τὰ λόγια αὐτά, ἐνῶ βρισκόταν στὴ φυλακὴ τῆς Ρώμης καὶ περίμενε τὸ μαρτύριο. Ἔχον­τας ὅμως τὸν Χριστὸ μέσα του, εἶχε τὴν «ἐν Κυρίῳ» χαρά. Τὸν Χριστὸ νὰ κρατήσουμε καὶ τότε τίποτε δὲν θὰ κλέβει τὴ χαρά μας.

2. Ὁ Κύριος εἶναι κοντὰ

Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ Ἀπόστολος μᾶς προτρέπει νὰ εἴμαστε ἐπιεικεῖς πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, διότι ὁ Κύριος πλησιάζει νὰ ἔρθει. «Ὁ Κύριος ἐγγύς», τονίζει. Ἡ λέξη «ἐγγὺς» ἀναφέρεται ἐδῶ στὸν χρόνο ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου. Μᾶς ὑπογραμμίζει ὅτι πλησιάζει ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ ἔλθει ὁ Κύριος. Εἶναι ἤδη κοντά. Διότι ὅλο καὶ πλησιάζει ἡ φοβερὴ ὥρα τῆς τελικῆς Κρίσεως, ἡ ὁποία θὰ συμβεῖ κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία του. Τότε θὰ βρεθοῦμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ θὰ δώσουμε λόγο γιὰ τὶς πράξεις μας. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν τελικὴ Κρίση, πλησιάζει γιὰ τὸν καθένα μας ἡ στιγμὴ τοῦ θανάτου, συγχρόνως δὲ ἡ συνάντησή μας τότε μὲ τὸν Θεό.

Ὁ Κύριος λοιπὸν φθάνει. Εἶναι ἤδη κον­τά. Ἡ προσδοκία αὐτὴ μπορεῖ νὰ ἐπηρεάσει καθοριστικὰ τὶς σχέσεις μὲ τοὺς συν­ανθρώπους μας. Μᾶς βοηθεῖ νὰ γινόμαστε ἀνεξίκακοι καὶ εὐεργετικοὶ πρὸς ὅλους. Μᾶς ἐνισχύει ὥστε ν᾿ ἀντιμετωπίζουμε μὲ καρτερία κάθε πειρασμὸ καὶ δοκιμασία. Μᾶς παρηγορεῖ, μὲ τὴ σκέψη ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἀμείψει τὴν ὑπομονή μας. Ἂν εἴμαστε ἕτοιμοι πνευματικά, τότε ἡ ἐπι­κείμενη συνάντηση μὲ τὸν Κύριο δὲν μᾶς θὰ προκαλεῖ τρόμο ἢ συγκλονισμό, ἀλλὰ θὰ μᾶς γεμίζει μὲ χαρὰ καὶ ἔνθεη προσδοκία.

3. Καθαρὲς σκέψεις καὶ πράξεις

Ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος δίνει στὸ τέλος τῆς περικοπῆς καὶ κάποιες πιὸ πρακτικὲς συμβουλές. Ὅσα εἶναι ἀληθινά, σεμνά, δίκαια, ἁγνά, προσφιλὴ στὸν Θεὸ καὶ στοὺς καλοὺς ἀνθρώπους, ὅσα ἔχουν καλὴ φήμη, κάθε ἀρετὴ καὶ καλὸ ἔργο, ἄξιο ἐπαίνου, «ταῦτα λογίζεσθε». Αὐτὰ νὰ συλλογίζεσθε καὶ νὰ ἐφαρμόζετε. Αὐτὰ ποὺ ἀκούσατε ἀπὸ τὴ διδασκαλία μου καὶ εἴδατε στὴ συμπεριφορά μου, «ταῦτα πράσσετε». Αὐτὰ νὰ πράττετε. Καὶ τότε ὁ Θεός, ὁ χορηγὸς τῆς εἰρήνης, θὰ εἶναι μαζί σας.

Καθαρὲς σκέψεις, λοιπόν, καὶ θεάρεστες πράξεις. Σὲ αὐτὰ ἐπικεντρώνει τὴν προσοχή μας ὁ Ἀπόστολος μὲ τὰ λόγια καὶ τὸ παράδειγμά του. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι, ὅταν εἶναι καθαροί, ἁγνοὶ οἱ λογισμοί μας, τότε καὶ οἱ πράξεις μας εἶναι προσεκτικὲς καὶ θεάρεστες, ἀνεπηρέαστες ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὶς συνήθειες τοῦ κόσμου.

Μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ Νυμφίου, ἡ ὁποία θὰ τελεσθεῖ ἀπόψε στοὺς ἱεροὺς Ναούς μας, εἰσερχόμαστε πλέον στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, στὴν Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν. Ἂς εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν ἐρχόμενο Κύριο, ὄχι ἐπιφανειακά, ἀλλὰ ὡς πνευματικὸ Βασιλιὰ τῆς καρδιᾶς μας. Ἂς εἶναι οἱ σκέψεις μας στραμμένες σὲ Αὐτὸν καὶ οἱ πράξεις μας θεάρεστες. Σ’ αὐτὸ θὰ βοηθήσει καὶ ἡ ἀνελλιπής συμμετοχή μας στὶς ἱερὲς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἂς Τὸν παρακαλέσουμε δὲ νὰ μὴ σταθεῖ ἁπλῶς «ἐγγύς», ἀλλὰ νὰ κατοικήσει «ἐντὸς ἡμῶν» (Λουκ. ιζ΄ 21)· μέσα μας κι ἀνάμεσά μας..osotir.

Ευαγγελική περικοπή για την Κυριακή των Βαΐων, 05/04/2026

Ιωάν. ιβ΄ 1-18

Η είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα μετά την έγερση του Λαζάρου

1 Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ  Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ,  Ἰούδας Σίμωνος  Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ  Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9  Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν  Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν  Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν  Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν  Ἰησοῦν.

12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται  Ἰησοῦς εἰς  Ἱεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ  Ἰσραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ  Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ  Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17  Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.

Απόδοση στη Νέα Ελληνική

1 Έξι μέρες πριν από το Πάσχα ήρθε ο Ιησούς στη Βηθανία όπου έμενε ο Λάζαρος, που είχε πεθάνει, και ο Ιησούς τον ανέστησε από τους νεκρούς. 2 Ετοίμασαν, λοιπόν, εκεί για χάρη του δείπνο, και η Μάρθα υπηρετούσε, ενώ ο Λάζαρος ήταν ένας απ’ αυτούς που παρακάθονταν μαζί με τον Ιησού στο δείπνο. 3 Τότε η Μαρία πήρε μια φιάλη από το πιο ακριβό άρωμα της νάρδου κι άλειψε τα πόδια του Ιησού. Έπειτα σκούπισε με τα μαλλιά της τα πόδια του, κι όλο το σπίτι γέμισε με την ευωδιά του μύρου. 4 Λέει τότε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ένας από τους μαθητές του, αυτός που σκόπευε να τον προδώσει: 5 «Γιατί να μην πουληθεί αυτό το μύρο για τριακόσια αργυρά νομίσματα και τα χρήματα να διανεμηθούν στους φτωχούς;» 6 Αυτό το είπε όχι γιατί νοιαζόταν για τους φτωχούς, αλλά γιατί ήταν κλέφτης και, καθώς διαχειριζόταν το κοινό ταμείο, συχνά κρατούσε για τον εαυτό του από τα χρήματα που έβαζαν σ’ αυτό. 7 Είπε τότε ο Ιησούς: «Άφησέ την ήσυχη, αυτό που κάνει είναι για την ημέρα του ενταφιασμού μου. 8 Οι φτωχοί πάντοτε θα υπάρχουν κοντά σας, εμένα όμως δε θα με έχετε πάντοτε».

9 Πλήθος πολύ από τους Ιουδαίους της πόλεως έμαθαν ότι ο Ιησούς βρίσκεται εκεί και ήρθαν για να δουν όχι μόνο αυτόν αλλά και το Λάζαρο, τον οποίο είχε αναστήσει από τους νεκρούς. 10 Γι’ αυτό οι αρχιερείς αποφάσισαν να σκοτώσουν και το Λάζαρο, 11 επειδή εξαιτίας του πολλοί Ιουδαίοι εγκατέλειπαν αυτούς και πίστευαν στον Ιησού.

12 Την άλλη μέρα το μεγάλο πλήθος που είχε έρθει για τη γιορτή του Πάσχα, όταν άκουσαν ότι έρχεται ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα 13 πήραν κλαδιά φοινικιάς, και βγήκαν από την πόλη να τον προϋπαντήσουν κραυγάζοντας:

Δόξα στο Θεό! Ευλογημένος αυτός που έρχεται σταλμένος από τον Κύριο! Ευλογημένος ο βασιλιάς του Ισραήλ!

14 Ο Ιησούς είχε βρει ένα γαϊδουράκι και κάθισε πάνω του, όπως λέει η Γραφή:

15 Μη φοβάσαι θυγατέρα μου, πόλη της Σιών, να που έρχεται σ΄εσένα ο βασιλιάς σου, σε γαϊδουράκι πάνω καθισμένος.

16 Αυτά στην αρχή δεν τα κατάλαβαν οι μαθητές του, όταν όμως ο Ιησούς ανυψώθηκε στη θεϊκή δόξα, τότε τα θυμήθηκαν. Ό,τι είχε γράψει για κείνον η  Γραφή, αυτά έκαναν σ΄ Αυτόν. 17  Όλοι, λοιπόν, εκείνοι που ήταν μαζί με τον Ιησού, όταν φώναξε το Λάζαρο από τον τάφο και τον ανέστησε από τους νεκρούς, διηγούνταν αυτά που είχαν δει. 18 Γι’ αυτό ήρθε το πλήθος να τον προϋπαντήσει, επειδή έμαθαν ότι αυτός είχε κάνει το θαυμαστό αυτό σημείο.agiamarinailision.