ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

ΣΤ΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 36-53). Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀναστὰς ὁ Ἰησοῦς ἐκ νεκρῶν ἔστη ἐν μέσῳ τῶν Μαθητῶν, καὶ λέγει αὐτοῖς·εἰρήνη ὑμῖν. Πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι,ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατὶ διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι, ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε· ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. Καὶ τοῦτο εἰπών, ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. Ἒτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς,καὶ θαυμαζόντων, εἶπεν αὐτοῖς· ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; Οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος,καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου·καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· οὗτοι οἱ λόγοι, οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμω Μωσέως καὶ Προφήταις καὶ Ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ.Τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν, τοῦ συνιέναι τὰς Γραφάς· καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὅτι οὕτω γέγραπται, καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστόν, καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. Ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ, ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ,εὐλόγησεν αὐτούς. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτόν αὐτούς, διέστη ἀπ’ αὐτῶν, καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ αὐτοὶ, προσκυνήσαντες αὐτόν, ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης.Καὶ ἦσαν διαπαντός ἐν τῷ Ἱερῷ, αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν.

ΣΤ΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Λουκᾶν. (ΚΔ΄. 36-53).

Τόν καιρό ἐκεῖνο, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Ἰησοῦς ἀπό τούς νεκρούς, στάθηκε ἀνάμεσα στούς Μαθητές του καί λέγει σ’αὐτούς· εἰρήνη σ’ ἐσᾶς. Καί ταραγμένοι καί φοβισμένοι νόμιζαν ὅτι βλέπουν πνεῦμα (ψυχή νεκροῦ χωρίς σῶμα). Καί εἶπε σ’ αὐτούς· γιατί εἶσθε ταραγμένοι, καί γιατί ἀνεβαίνουν λογισμοί ἀμφιβολίας στό νοῦ σας; δεῖτε τά χέρια μου καί τά πόδια μου, ὅτι εἶμαι ἐγώ ὁ ἴδιος· ψηλαφῆστε με καί δεῖτε, ὅτι τό πνεῦμα δέν ἔχει σάρκα καί ὀστά, ὅπως βλέπετε ἐμένα νά ἔχω. Καί ἀφοῦ εἶπε αὐτό, τούς ἔδειξε τά χέρια καί τά πόδια του. Καί ἐπειδή αὐτοί ἀπιστοῦσαν ἀκόμη ἀπό τή χαρά τούς εἶπε· ἔχετε ἐδῶ τίποτε φαγώσιμο;Κι ἐκεῖνοι τοῦ ἔδωσαν ἕνα κομμάτι ἀπό ψημένο ψάρι καί κηρήθρα μέ μέλι, καί ἀφοῦ τά πῆρε, ἔφαγε μπροστά τους. Καί τούς εἶπε· αὐτά τά γεγονότα εἶναι ἡ πραγματοποίηση τῶν λόγων πού σᾶς εἶπα, ὅταν ἀκόμη ἤμουν μαζί σας, ὅτι ἔπρεπε νά ἐκπληρωθοῦν ὅλα τά γραμμένα στόν νόμο τοῦ Μωυσῆ καί στούς Προφῆτες καί στούς ψαλμούς γιά μένα.Τότε ἄνοιξε τό νοῦ τους, νά κατανοήσουν τίς Γραφές, καί εἶπε σ’ αὐτούς· ὅτι ἔτσι ἔχει γραφεῖ, καί ἔτσι ἔπρεπε νά πάθει ὁ Χριστός, καί νά ἀναστηθεῖ κατά τήν τρίτη ἡμέρα, καί νά κηρυχθεῖ σέ σχέση μέ τό ὄνομά του μετάνοια καί συγχώρηση ἁμαρτιῶν σέ ὅλα τά ἔθνη ἀρχίζοντας ἀπό την Ἱερουσαλήμ. Κι ἐσεῖς θά εἶσθε μάρτυρες γι’ αὐτά. Καί νά,ἐγώ ἀποστέλλω τήν ὑπόσχεση τοῦ Πατέρα μου σ’ ἐσᾶς· καί σεῖς καθίστε στήν πόλη Ἱερουσαλήμ, ἕως ὅτου ντυθεῖτε δύναμη ἀπό τόν οὐρανό. Καί τούς ἔβγαλε ἔξω μέχρι τή Βηθανία καί ἀφοῦ σήκωσε τά χέρια του τούς εὐλόγησε. Καί συνέβη, ἐνῷ αὐτός τούς εὐλογοῦσε, χωρίσθηκε ἀπ’ αὐτούς καί ἀνέβαινε στόν οὐρανό. Καί αὐτοί, ἀφοῦ τόν προσκύνησαν, ἐπέστρεψαν στήν Ἱερουσαλήμ μέ χαρά μεγάλη. Καί σύχναζαν πάντοτε στόν ναό ὑμνώντας καί δοξολογώντας .τόν Θεό.Ἀμήν (Ἀληθινά).

Ἀπόστολος Κυριακῆς

Κυριακή ΣΤ΄ Ἐπιστολῶν – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 12 Ἰουλίου 2026

6 Ιουλίου, 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 12 Ἰουλίου 2026, Κυριακή ΣΤ΄ Ἐπιστολῶν (Ρωμ. ιβ΄ 6-14)

Ἀδελφοί, ἔχοντες χαρίσματα κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα, εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι. Ἡ ἀγάπη ἀνυπόκριτος. ἀποστυγοῦντες τὸ πονηρόν, κολλώμενοι τῷ ἀγαθῷ, τῇ φιλαδελφίᾳ εἰς ἀλλήλους φιλόστοργοι, τῇ τιμῇ ἀλλήλους προηγούμενοι, τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες, τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες, ταῖς χρείαις τῶν ἁγίων κοινωνοῦντες, τὴν φιλοξενίαν διώκοντες. εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Πολύτιμα δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Πολὺ χρήσιμες εἶναι οἱ συμβουλὲς ποὺ μᾶς ἔδωσε σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή. Ἀρχικὰ ἔκανε λόγο γιὰ τὰ ποικίλα χαρίσματα ποὺ διανέμει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στοὺς πιστοὺς μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἔ­χουμε χαρίσματα «κατὰ τὴν χάριν τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν διάφορα», γράφει. Ἔχουμε διάφορα χαρίσματα, ἀνάλογα μὲ τὴ Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ μᾶς δόθηκε· καὶ ἀναφέρει ὁρισμένα ἀπὸ αὐτά: «Εἴτε προφητείαν, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων, ἐν τῇ διδασκαλίᾳ, εἴτε ὁ παρακαλῶν, ἐν τῇ παρακλήσει, ὁ μεταδιδούς, ἐν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος, ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι». Ἀναφέρει τὸ χάρισμα τῆς προφητείας, τῆς διακονίας στὴν Ἐκκλησία, τῆς διδασκαλίας, τῆς παρηγορίας, τῆς διανομῆς τῶν ἀγαθῶν στοὺς φτωχούς, τῆς ἐπιβλέψεως τῶν καλῶν ἔργων καὶ τῆς ἐλεημοσύνης.

Εἶναι ποικίλα τὰ χαρίσματα ποὺ διανέμει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Κάποτε ὅμως παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο νὰ συγκρίνουμε οἱ πιστοὶ τὸν ἑαυτό μας μὲ τοὺς ἄλλους, τὰ χαρίσματά μας μὲ τὰ δικά τους καὶ κατόπιν νὰ ζηλεύουμε τὴν ἐνδεχόμενη ἀνωτερότητά τους, νὰ γογγύζουμε, νὰ μειονεκτοῦμε. Ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος μᾶς τονίζει ὅτι τὸ κάθε χάρισμα ἔχει ἀξία ἀν­αντικατάστατη, ἀποτελεῖ μιὰ προσφορὰ ἀνεκτίμητη. Τὸ κάθε χάρισμα εἶναι δῶρο πολύτιμο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἂς χαιρόμαστε λοιπὸν μὲ τὰ χαρίσματα καὶ τὴν πρόοδο τῶν ἀδελφῶν μας κι ἂς καλλιεργοῦμε, ὅσο περισσότερο μποροῦμε, αὐτὰ ποὺ ἔχει ἐμπιστευθεῖ καὶ σ᾿ ἐμᾶς ὁ Θεός. Ἂς τὰ χρησιμοποιοῦμε δὲ ὄχι γιὰ νὰ προβάλλουμε μὲ ἐπίδειξη τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπηρετοῦμε τοὺς ἀδελφούς μας· γιὰ νὰ ἀντιπροσφέρουμε τὰ χαρίσματά μας στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.

2. Μὲ ζῆλο φλογερὸ

Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος κάνει ἀναφορὰ σὲ πιὸ συγκεκριμένα ζητήματα τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Μεταξὺ τῶν ἄλλων μᾶς προτρέπει νὰ εἴμαστε «τῇ σπουδῇ μὴ ὀκνηροί, τῷ πνεύματι ζέοντες, τῷ Κυρίῳ δουλεύον­τες». Νὰ μὴν εἴμαστε ὀκνηροί, ἀλλὰ πρόθυμοι στὴν ἐπιτέλεση τῶν θεάρεστων ἔργων. Νὰ ἔχουμε πάντοτε φλογερὸ ζῆλο καὶ θερμὴ ἀφοσίωση, μὲ τὴ συνείδηση ὅτι ὑπηρετοῦμε τὸν Κύριο.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στὸν πνευματικό μας ἀγώνα ἔρχονται κάποτε στιγμὲς ποὺ ὁ ζῆλος μας ψυχραίνεται, ἡ διάθεσή μας κάμπτεται, ἡ ἀποφασιστικότητά μας κλονίζεται. Μᾶς πολεμεῖ τότε ἡ ἀκηδία, ἡ πνευματικὴ νωθρότητα, ἡ ραθυμία γιὰ κάθε πνευματικὸ ἔργο. Εἶναι πάθος ἡ ἀκηδία. Εἶναι πνευματικὴ ἀσθένεια ποὺ ἀπειλεῖ τὴν ψυχή.

Ὁ θεῖος Ἀπόστολος προφανῶς μὲ τὸν λόγο του αὐτὸ θέλει νὰ μᾶς ἀφυπνίσει. «Ξυπνῆστε! Μὴν τεμπελιάζετε! Ἀγωνισθεῖτε μὲ φλογερὸ ζῆλο, διότι ὑπηρετεῖτε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο», μᾶς φωνάζει. Ὅπως ἕνας ἀσθενὴς ποὺ δὲν ἔχει ὄρεξη γιὰ τροφή, πρέπει νὰ ἀσκήσει βία στὸν ἑαυτό του, διότι μὲ τὴν τροφὴ θὰ ἐνδυναμωθεῖ ὁ ὀργανισμός του, ἀντίστοιχα κι ἐμεῖς, γιὰ νὰ ξεπεράσουμε τὴ ραθυμία μας, θὰ πρέπει στὴν ἀρχὴ νὰ ἀσκήσουμε βία στὸν ἑαυτό μας. Νὰ μὴν ἀναβάλλουμε, γιὰ παράδειγμα, τὴν προσευχή μας, τὴν πνευματικὴ μελέτη μας, τὴν προσφορά μας στὸν φτωχὸ ἀδελφό μας, τὴ μετάνοια καὶ τὴν Ἐξομολόγηση. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» (Ματθ. ια΄ 12), μᾶς διδάσκει ὁ Κύριος. Ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν κερδίζεται μὲ τὴ βία. Κι ἐκεῖνοι ποὺ ἀγωνίζονται μὲ σπουδὴ καὶ βία στὸν ἑαυτό τους, τὴν ἁρπάζουν γρήγορα, πρὶν τοὺς φύγει, καὶ τὴν κρατοῦν σφιχτά.

3. Ἡ «ἐκδίκηση» τοῦ Χριστιανοῦ

Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος δίνει καὶ τὴν ἑξῆς προτροπή: «εὐλογεῖτε τοὺς διώκοντας ὑμᾶς, εὐλογεῖτε καὶ μὴ καταρᾶσθε». Δηλαδή, νὰ εὔχεσθε γιὰ ἐκείνους ποὺ σᾶς καταδιώκουν· γιὰ ὅλους νὰ εὔχεσθε καὶ νὰ λέτε καλὰ λόγια, ζητώντας τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ ἐπάνω τους, καὶ ποτὲ νὰ μὴν τοὺς καταριέστε. «Οὐκ εἶπε, Μὴ μνησικακεῖτε, μηδὲ ἀμύνεσθε, ἀλλὰ τὸ πολλῷ πλέον τούτων ἐζήτησε» (PG 60, 609), σχολιάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Δὲν εἶπε ἁπλῶς νὰ μὴν κρατεῖτε κακία, οὔτε νὰ μὴν ἀνταποδίδετε τὸ κακό. Ἀλλὰ ζήτησε κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ αὐτά.

«Εὐλογεῖτε», δηλαδὴ νὰ λέτε καλὰ λόγια γι᾿ αὐτούς· νὰ τοὺς ἐπαινεῖτε γιὰ τὰ προτερήματα καὶ τὶς ἀρετές τους· νὰ τοὺς ὁμιλεῖτε εὐγενικά, τιμώντας τὸ ἀξίωμά τους· νὰ μὴν ἀνταποδίδετε ὑβριστικοὺς λόγους καὶ χλευασμούς, ἀκόμη κι ἂν ἐκεῖνοι σᾶς φέρονται ἔτσι· νὰ ἐπιθυμεῖτε τὴν πρόοδό τους καὶ νὰ προσεύχεσθε γι᾿ αὐτὴ στὸν Κύριο. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει δύο φορὲς τὴ λέξη «εὐλογεῖτε», γιὰ νὰ κάνει ἀκόμη ἐπιτακτικότερη τὴν προτροπή του.

Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο λοιπὸν ἀπαντοῦν στὶς λοιδορίες οἱ Χριστιανοί, μὲ τὸν καλὸ λόγο καὶ τὴν προσευχή. Ἔτσι «ἐκδικοῦνται»· μὲ τὴν ἀγάπη! Καὶ τότε στὴν καρδιά τους ἔχουν μόνιμο ἔνοικο τὸν Κύριο· Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἡ Ἀγάπη. Διότι, ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ κατοικεῖ ὁ Χριστός.osotir.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Ματθ. θ΄ 1-8) 2 Ἰουλίου 2026

Μετάφραση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς
Τόν καιρόν ἐκεῖνον, ἀφοῦ ἐπιβιβάστηκε ὁ Ἰησοῦς στό πλοῖο, διέσχισε τή λίμνη καί
ἦλθε στήν πόλη του. Ξαφνικά τοῦ ἔφεραν ἕναν παράλυτο ξαπλωμένο ἐπάνω σέ
κρεβάτι· καί ὁ Ἰησοῦς ὅταν εἶδε τήν πίστη τους εἶπε στόν παραλυτικό: Ἔχε
θάρρος, παιδί μου· σοῦ συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου. Καί ἀμέσως, κάποιοι ἀπό
τούς γραμματεῖς εἶπαν μέσα τους: Αὐτός βλασφημεῖ. Καί ὅταν ὁ Ἰησοῦς
ἀντιλήφθηκε τίς σκέψεις τους, εἶπε: Γιατί ἐσεῖς σκέπτεστε πονηρά μέσα στίς καρ-
διές σας; Τί εἶναι δηλαδή εὐκολότερο, νά πῶ, συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου, ἤ νά
πῶ, σήκω καί περπάτησε; Γιά νά μάθετε ὅμως ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου ἔχει
ἐξουσία ἐπί τῆς γῆς νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες – τότε λέγει στόν παράλυτο: Σήκω
ὄρθιος, πάρε τό κρεβάτι σου καί πήγαινε στό σπίτι σου. Καί ἀφοῦ σηκώθηκε,
μετέβη στό σπίτι του. Ὅταν τό εἶδαν αὐτό τά πλήθη, θαύμασαν καί δόξασαν τόν
Θεό, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τέτοια ἐξουσία στούς ἀνθρώπους.
(Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ.

ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΧΕΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ
Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος μέ ἐνάργεια μᾶς περιγράφει τήν θεραπεία
τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ. Μετά τήν ἐπιστροφή τοῦ Κυρίου ἀπό
τήν χώρα τῶν Γεργεσηνῶν στήν ὡς ἄνω πόλη, κάποιοι ἄνθρωποι Τοῦ
ἔφεραν ἕνα παραλυτικό καθηλωμένο στό κρεβάτι του γιά νά τόν θερα-
πεύσει. Ὁ Χριστός εἶδε τήν βαθειά πίστη τόσο τοῦ ἰδίου τοῦ ἀσθενοῦς,
ὅσο καί αὐτῶν πού τόν μετέφεραν, καί εἶπε στόν παραλυτικό κάποια λό-
για πού ἐάν δέν ἐγκύψουμε στό βαθύτερο νόημά τους, ἴσως φανοῦν πα-
ράδοξα: «θάρσει τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Ἐνῶ θά περί-
μενε κάποιος νά ἀποκαταστήσει ὁ Κύριος τήν ὑγεία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώ-
που, Ἐκεῖνος τοῦ συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες του.
Τί εἶναι ἁμαρτία;
Ἡ ἁμαρτία δέν πρέπει νά ἐκλαμβάνεται ἁπλῶς ὡς παράβαση κάποιων
κανόνων ἠθικῆς ἤ νομικῶν διατάξεων. Ἁμαρτία, κυρίως, σημαίνει νά
ἀποστρέφεται κάποιος τόν Θεό, νά τόν ἐξοβελίζει ἀπό τήν ζωή του, καί
στήν θέση του νά τοποθετεῖ τόν ἑαυτό του ἤ ἄλλους «θεούς» – εἴδωλα,
ὅπως τήν πλεονεξία, τήν ἀδικία, τήν φιληδονία. Ὅταν ὅμως ἀπομακρύ-
νεται ὁ ἄνθρωπος ἀπό τόν Θεό, ἀπομακρύνεται ἀπό τήν ζωή, τήν ἀλή-
θεια, τό φῶς, τήν χαρά καί τότε καταδικάζει τόν ἑαυτό του στό σκοτάδι
τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτό καί ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν πού δίνεται ἀπό τόν
εὔσπλαγχνο Πατέρα στόν ἄνθρωπο πού μετανοεῖ γιά τίς ἀστοχίες, τά
λάθη, τά ἀτοπήματά του εἶναι ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα δῶρα τοῦ Θεοῦ·
τρανή ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης καί τῆς ἄπειρης φιλανθρωπίας Του.
Κοινωνία ἀγάπης καί εὐσπλαγχνίας
Ὡς ἐκ τούτου, οἱ λόγοι πού ἀπηύθυνε ὁ Χριστός στόν παραλυτικό
ἔχουν πολύ μεγάλη σημασία. Καταρχάς ἀποκαλεῖ τόν ἀσθενῆ «τέκνον».Ὁ Χριστός δέν παύει νά μᾶς θεωρεῖ παιδιά Του καί νά ζητεῖ ἀπό ἐμᾶς νά
Τόν αἰσθανόμαστε Πατέρα, ἀδελφό, φίλο, σέ ὅποια κατάσταση καί ἄν
βρισκόμαστε, ὅσο χαμηλά καί ἄν ἔχουμε πέσει. Γιατί μᾶς προσφέρει πάν-
τοτε τόν ἑαυτό Του, ἕνα χέρι ἐγγύτητας, πού μᾶς βοηθεῖ νά σηκω-
θοῦμε, νά συνεχίσουμε τόν πνευματικό μας ἀγῶνα, νά ἀποτινάξουμε
τήν ἀπελπισία καί νά ἐπιδιώξουμε τήν ἀποκατάσταση τῆς σχέσεώς μας
μαζί Του. Ἔπειτα τοῦ λέγει «Θάρσει»· ἔχε θάρρος καί μή φοβᾶσαι, γιατί
ἐγώ εἶμαι μαζί σου. Θάρρος σημαίνει νά στηριζόμαστε στήν δύναμη τῆς
ἄπειρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί νά ἀνακαλύπτουμε τό χάρισμα τῆς θεϊκῆς
υἱοθεσίας πού ἀξιωθήκαμε μέ τό Βάπτισμά μας καί τήν συμμετοχή μας
στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Πρόκειται γιά τόν ὕψιστο βαθμό συγγενείας
πνευματικῆς, ὅπου ὁ ἄνθρωπος γίνεται ζωντανό κύτταρο τοῦ Σώματος
τοῦ Χριστοῦ («σύσσωμος καί σύναιμος»). Γι’ αὐτό ὁ Μέγας Ἀντώνιος
διακήρυττε: «θαρρῶμεν δέ μᾶλλον καί χαίρωμεν ἀεί, ὡς σῳζόμενοι· καί
λογιζώμεθα τῇ ψυχῇ, ὁ Κύριος μεθ’ ἡμῶν ἐστιν». Καί, τέλος, ὁ Κύριος
λέγει στόν παραλυτικό· «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου». Ἡ συγχώρηση
τῶν ἁμαρτιῶν συμβάλλει πρώτιστα στήν ἑτοιμασία τῆς καρδιᾶς τοῦ
ἀνθρώπου γιά τήν ὑποδοχή τοῦ Χριστοῦ. Σέ μιά καρδιά ὅπου κυριαρχεῖ
ὁ ἐγωισμός, ἡ ἔλλειψη ἀγάπης, ἡ φιλαυτία, πῶς νά χωρέσει ὁ Χριστός
καί πῶς νά χωρέσει ὁ συνάνθρωπος;
Ἡ δύναμη τῆς πίστεως
Κάποιοι ἀπό τούς παρισταμένους γραμματεῖς μέ στενοκαρδία ἀμφι-
σβήτησαν τήν ἐξουσία τοῦ Χριστοῦ νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες. Καί τότε Ἐκεῖνος πού ἀπό ἀγάπη συγχώρησε τίς ἁμαρτίες τοῦ παραλυτικοῦ προ-
βαίνει καί στήν θεραπεία τοῦ σώματός του. Μέ τήν θεϊκή Του δύναμη
τόν ἀποκαθιστᾶ ὑγιαίνοντα. Θαῦμα πού ξεπερνᾶ τήν δυνατότητα τοῦ
ἀνθρώπου νά κατανοεῖ καί νά ἑρμηνεύει· θαῦμα πού ἐπιτελεῖται μέ τήν
παρουσία, τήν ἐνέργεια, τόν λόγο τοῦ Κυρίου καί τήν συνέργεια τῆς πί-
στεως τοῦ ἀνθρώπου.
Καί στίς ἡμέρες μας, καί σέ κάθε καιρό, ὁ Χριστός δέν παύει νά ἐπι-
τελεῖ ἰάσεις στίς ψυχές καί τά σώματα τῶν ἀνθρώπων. Ὅταν ὁ ἀσθενής
παραδίδεται μέ ἐμπιστοσύνη, προσευχή καί ἀγάπη στόν Θεό, εἰρηνεύει,
παίρνει δύναμη νά ὑπομένει τόν πόνο καί νά ἀντιμετωπίζει τίς διαδικα-
σίες θεραπευτικῆς ἀγωγῆς καί ἄλλες παραμέτρους τῆς ἀσθενείας του
μέ σθένος καί καρτερία. Ἡ σκέψη ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ὑπέμεινε τό μαρ-
τύριο τοῦ Σταυροῦ καί ὅτι πολλοί Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας ἦσαν σοβα-
ρά ἀσθενεῖς, χωρίς νά παύουν νά δοξολογοῦν τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ, δί-
νει σέ ὅλους μας τήν δυνατότητα νά βλέπουμε μέ ἄλλη ὀπτική τίς ἀσθέ-
νειες, τούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις μας.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.ΑΠΟΣ.ΔΙΑΚΟΝΙΑ.