ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

Ι΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ἰωάννην. (ΚΑ΄. 1-14).

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐφανέρωσεν ἑαυτὸν ὁ Ἰησοῦς τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, ἐπὶ τῆς θαλάσσης τῆς Τιβεριάδος, ἐφανέρωσε δὲ οὕτως· Ἦσαν ὁμοῦ Σίμων Πέτρος καὶ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καὶ Ναθαναὴλ ὁ ἀπὸ Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οἱ τοῦ Ζεβεδαίου, καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν Μαθη τῶν αὐτοῦ δύο. Λέγει αὐτοῖς Σίμων Πέτρος·Ὑπάγω ἁλιεύειν. Λέγουσιν αὐτῷ·ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς σὺν σοί. Ἐξῆλθον καὶ ἀνέβησαν εἰς τὸ πλοῖον εὐθύς, καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ νυκτὶ ἐπίασαν οὐδέν.Πρωΐας δὲ ἤδη γενομένης ἔστη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν αἰγιαλόν· οὐ μέντοι ᾔδεισαν οἱ Μαθηταὶ ὅτι Ἰησοῦς ἐστι. Λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Παιδία, μή τι προσφάγιον ἔχετε; ἀπεκρίθησαν αὐτῷ· οὔ· ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Βάλετε εἰς τὰ δεξιὰ μέρη τοῦ πλοίου τὸ δίκτυον, καὶ εὑρήσετε. Ἔβαλον οὖν, καὶ οὐκέτι αὐτὸ ἑλκύσαι ἴσχυσαν ἀπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἰχθύων. Λέγει οὖν ὁ Μαθητὴς ἐκεῖνος ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς τῷ Πέτρῳ· Ὁ Κύριός ἐστι. Σίμων οὖν Πέτρος, ἀκούσας ὅτι ὁ Κύριός ἐστι, τὸν ἐπενδύτην διεζώσατοἦν γὰρ γυμνὸς καὶ ἔβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν θάλασσαν, οἱ δὲ ἄλλοι Μαθηταὶ τῷ πλοιαρίῳ ἦλθον οὐ γὰρ ἦσαν μακρὰν ἀπὸ τῆς γῆς, ἀλλ’ ὡς ἀπὸ πηχῶν διακοσίων, σύροντες τὸ δίκτυον τῶν ἰχθύων. Ὡς οὖν ἀπέβησαν εἰς τὴν γῆν, βλέπουσιν ἀνθρακιὰν κειμένην καὶ ὀψάριον ἐπικείμενον, καὶ ἄρτον. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐνέγκατε ἀπὸ τῶν ὀψαρίων ὧν ἐπιάσατε νῦν. Ἀνέβη οὖν Σίμων Πέτρος, καὶ εἵλκυσε τὸ δίκτυον ἐπὶ τῆς γῆς, μεστὸν ἰχθύων μεγάλων ἑκατὸν πεντήκοντα τριῶν, καὶ τοσούτων ὄντων, οὐκ ἐσχίσθη τὸ δίκτυον. Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· δεῦτε ἀριστήσατε. Οὐδεὶς δὲ ἐτόλμα τῶν Μαθητῶν ἐξετάσαι αὐτόν. Σὺ τίς εἶ; εἰδότες ὅτι ὁ Κύριός ἐστιν. Ἔρχεται οὖν ὁ Ἰησοῦς,καὶ λαμβάνει τὸν ἄρτον, καὶ δίδωσιν αὐτοῖς, καὶ τὸ ὀψάριον ὁμοίως. Τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ, ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν.

Ι΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ἰωάννην. (ΚΑ΄. 1-14).

Ἐκεῖνο τόν καιρό ὁ Ἰησοῦς φανέρωσε στούς Μαθητές του τόν ἑαυτό του στή θάλασσα τῆς Τιβεριάδας, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς· καί τόν φανέρωσε ὡς ἑξῆς·ἦταν μαζί ὁ Σίμων ὁ Πέτρος καί ὁ Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος, καί ὁ Ναθαναήλ ἀπό τήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας καί οἱ γιοί τοῦ Ζεβεδαίου, καί ἄλλοι δύο ἀπό τούς Μαθητές του.Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Σίμων ὁ Πέτρος· πηγαίνω νά ψαρέψω.Τοῦ λένε· ἐρχόμαστε κι ἐμεῖς μαζί σου. Βγῆκαν καί ἀνέβηκαν στό πλοῖο ἀμέσως, καί δέν ἔπιασαν τίποτε ἐκείνη τή νύχτα. Καί ὅταν ἔγινε πλέον πρωΐ, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στήν ἀκρογιαλιά· δέν γνώριζαν ὅμως οἱ Μαθητές ὅτι εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Λέγει λοιπόν σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· Παιδιά, μήπως ἔχετε κανένα ψάρι γιά φαγητό; τοῦ ἀποκρίθηκαν· ὄχι. Καί Ἐκεῖνος εἶπε σ’ αὐτούς· ρίξτε τό δίχτυ στά δεξιά μέρη τοῦ πλοίου καί θά βρῆτε. Τό ἔρριξαν λοιπόν καί δέν μπόρεσαν νά τό ἀνασύρουν ἀπό τό πλῆθος τῶν ψαριῶν. Λέγει λοιπόν ὁ Μαθητής ἐκεῖνος τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς στόν Πέτρο· ὁ Κύριος εἶναι. Ὁ Σίμων λοιπόν ὁ Πέτρος μόλις ἄκουσε ὅτι εἶναι ὁ Κύριος, φόρεσε βιαστικά τόν ἐργατικό σάκκο του, γιατί ἦταν σχεδόν γυμνός, καί ρίχθηκε ὁρμητικά στή θάλασσα· ἐνῷ οἱ ἄλλοι Μαθητές ἦλθαν μέ τό πλοιάριο, διότι δέν ἦταν μακριά ἀπό τήν ξηρά, ἀλλά περίπου διακόσιους πήχεις (150 μέτρα) σέρνοντας τό δίχτυ μέ τά ψάρια. Μόλις λοιπόν ἀποβιβάσθηκαν στήν ξηρά, βλέπουν ἕτοιμα ἀναμμένα κάρβουνα καί ἕνα ψάρι τοποθετημένο ἐπάνω τους καί ψωμί. Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· φέρετε ἀπό τά ψάρια πού πιάσατε τώρα. Ἀνέβηκε λοιπόν στό πλοῖο ὁ Σίμων Πέτρος καί ἔσυρε ἐπάνω στήν ξηρά τό δίχτυ γεμάτο ἀπό ἑκατόν πενήντα τρία μεγάλα ψάρια. Καί μολονότι ἦταν τόσο πολλά καί μεγάλα, δέν σχίσθηκε τό δίχτυ. Λέγει σ’ αὐτούς ὁ Ἰησοῦς· ἐλᾶτε τώρα νά πάρετε τό πρωϊνό σας. Καί ἀπό σεβασμό κανείς ἀπό τούς Μαθητές δέν τολμοῦσε νά τόν ἐξετάσει καί νά τόν ἐρωτήσει ποιός εἶσαι ἐσύ, ἐπειδή γνώριζαν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος. Ἔρχεται λοιπὀν ὁ Ἰησοῦς καί παίρνει στά χέρια του τόν ἄρτο (τό ψωμί) καί τόν μοιράζει σ’ αὐτούς καί τό ψάρι ἐπίσης. Αὐτή ἦταν ἡ τρίτη φορά που φανερώθηκε ὁ Ἰησοῦς στούς Μαθητάς του, ἀφ’ ὅτου ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς.

Ἀπόστολος Κυριακῆς

Κυριακῆς ΚΑ΄ Ἐπιστολῶν – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ὀκτωβρίου 2026

19 Οκτωβρίου, 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 25 Ὀκτωβρίου 2026, Κυριακῆς ΚΑ΄ Ἐπιστολῶν (Γαλ. β΄ 16-20)

Ἀδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ­μεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπι­στεύ­σαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ὁριστικὴ διαγραφὴ

Ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς θείας Λειτουργίας ἀναγινώσκεται ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Γαλατίας γιὰ νὰ τοὺς συμβουλέψει, διότι εἶχαν ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ ψευδεῖς διδασκαλίες καὶ θεωροῦσαν ὅτι γιὰ τὴ σωτηρία τους ἦταν ἀπαραίτητη ἡ τήρηση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται μὲ τὴν τήρηση τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό. «Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι», τονίζει. Ἂν ἐπανέρχομαι σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ προηγουμένως κατήργησα, ἀποδεικνύομαι παραβάτης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος ζητεῖ κάτι δύσκολο ἀπὸ τοὺς πιστούς· νὰ κάνουν μιὰ ὑπέρβαση. Νὰ γκρεμίσουν μέσα τους ἕναν κόσμο, τὸν κόσμο τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό.

Μιὰ ἀντίστοιχη ὑπέρβαση ζητεῖ κι ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός. Νὰ γκρεμίσουμε ὁλοκληρωτικὰ μέσα μας τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Νὰ μὴν ἐπανερχόμαστε σὲ ὅ,τι ἀφήσαμε πίσω μας, προκειμένου νὰ πλησιάσουμε τὸν Κύριο καὶ νὰ συνδεθοῦμε μαζί Του. Νὰ διαγράψουμε ὁριστικὰ τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν μας, τὴν παλαιὰ ζωή μας, τὴν ἐκτροπὴ σὲ συνήθειες καὶ πάθη ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἴχαμε ξεπεράσει, τὴν ἀναστροφὴ μὲ πρόσωπα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἴχαμε κρατήσει ἀπόσταση γιὰ νὰ διαφυλάξουμε τὴν ἀκεραιότητα τῆς ψυχῆς μας. Ἂς προσέχουμε πολύ! Τὰ πάθη εἶναι φιλεπίστροφα. Ἀκόμη κι ἂν γιὰ κάποιον καιρὸ νιώθουμε ὅτι ἔχουν ἀτονίσει μέσα μας, εὔκολα μποροῦν νὰ ἐπανέλθουν καὶ ἐκ νέου νὰ μᾶς αἰχμαλωτίσουν. Ἂν ἀναζητοῦμε, λοιπόν, τὴν παλαιὰ ζωή μας, ἀποδεικνυόμαστε τελικὰ παραβάτες τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.

2. Ὁ Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος

Ὅμως, ὄχι. Δὲν εἶμαι παραβάτης, σημειώνει στὴ συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς ὁ Ἀπόστολος. Ἔχω πεθάνει ὡς πρὸς τὸν παλαιὸ νόμο, γιὰ νὰ ζήσω γιὰ τὸν Θεό. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». Δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Εἶναι συγκλονιστικὴ ἡ διατύπωση τοῦ θείου Παύλου. Θεωροῦσε νεκρὸ τὸν ἑαυτό του. Σὰν νὰ μὴ ζοῦσε ὁ ἴδιος. Μέσα του ζοῦσε ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος κυριαρχοῦσε στὶς πράξεις, στὰ λόγια, στὶς ἐπιθυμίες, στὰ συναισθήματα, στὶς σκέψεις του. Ἀγαποῦσε, συγχωροῦσε, συμπεριφερόταν ὅπως ὁ Χριστός. Ἡ ζωή του ἦταν μιὰ ἐπανάληψη τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ κάθε Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας. Μελετώντας τὰ συναξάρια τῶν Ἁγίων εἶναι σὰν νὰ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο. Στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων προεκ­τείνεται καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Συναντοῦμε τὸν ἴδιο Θεό, τὶς ἴδιες θεῖες ἐνέργειες, τὶς ἴδιες θεῖες ἀλήθειες. «Κάθε Ἅγιος εἶναι ὁ Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος» (Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, σελ. 99), γράφει ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς.

Αὐτὸ θὰ συμβεῖ καὶ σ᾿ ἐμᾶς, ἂν νεκρώσουμε τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό μας. Θὰ ζήσουμε τότε μιὰ ἄλλη ζωή, τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ νοῦς, ἡ καρδιά, τὰ ἐλατήρια, οἱ διαθέσεις, ὅλα θὰ εὐωδιάζουν Χριστό. Θὰ φανερώνεται καὶ στὴ δική μας ζωὴ ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Θὰ ἐφαρμόζεται στὴν καθημερινότητά μας τὸ Εὐαγγέλιο. Θὰ γίνει ἡ ζωή μας μιὰ συνέχεια τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Διότι ὅταν ὁ Κύριος κατοικεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο, τόν μεταμορφώνει, τὸν ἐξαγιάζει, τὸν καθιστᾶ ἕνα μικρὸ Χριστὸ κατὰ Χάριν.

3. Ὁ δικός μου Θεὸς

Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος στρέφει τὸν λόγο του στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία φανε­ρώθηκε κυρίως κατὰ τὴ σταυρική του θυσία. «Ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ», ἐπισημαίνει. Δηλαδή, ζῶ ἐμπνεόμενος καὶ κυριαρχούμενος ἀπὸ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος μὲ ἀγάπησε καὶ παρέδωσε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ δική μου σωτηρία. Στὴ διατύπωση αὐτὴ τοῦ Ἀποστόλου φαίνεται ἡ προσωπικὴ σχέση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Χριστό. Σὰν νὰ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ νὰ θυσιάσθηκε ὁ Κύριος μόνο γι᾿ αὐτόν, προσωπικὰ γιὰ τὸν Παῦλο. Αὐτὸ ἔνιωθε ὁ Ἀπόστολος.

Καὶ πράγματι, ἐνῶ ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ θυσιάσθηκε γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ταυτόχρονα ἐπιτέλεσε τὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιὰ τὸν καθένα μας ξεχωριστά, μὲ προσωπικὴ ἀγάπη. «Ὅλα τὰ ὑπέστη γιὰ μένα, σὰν νὰ ἤμουν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος στὴ γῆ», μπορεῖ νὰ σκεφθεῖ ὁ καθένας μας. Διότι γιὰ τὸν Θεὸ δὲν εἴμαστε ἀδιάφοροι ἀριθμοὶ ἑνὸς πλήθους, ἀλλὰ πρόσωπα μοναδικὰ μὲ ἀξία ἀπροσμέτρητη. Τόση τιμὴ μᾶς ἀποδίδει ὁ Θεός! Ἡ ἀγάπη του δὲν περιγράφεται μὲ λόγια, οὔτε χωρεῖ στὴν ἀνθρώπινη λογική. Ὅταν τὴν ἀναλογίζεται κανείς, μόνο νὰ Τὸν εὐγνωμονεῖ μπορεῖ καὶ νὰ Τὸν δοξάζει μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ θεάρεστη ζωή του.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Λουκ. η΄ 27-39) ΚΥΡΙΑΚΗ 25/10/2026

Μετάφραση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς
Τόν καιρόν ἐκεῖνον, ὅταν ὁ Ἰησοῦς βγῆκε στήν ξηρά, τόν συνάντησε ἕνας ἄνδρας
ἀπό τήν πόλη, πού εἶχε δαιμόνια ἀπό πολύ καιρό, δέν φοροῦσε ροῦχο καί δέν ἔμε-
νε σέ σπίτι, ἀλλά στά μνήματα. Ὅταν εἶδε τόν Ἰησοῦ, φώναξε δυνατά καί ἔπεσε
στά πόδια του καί μέ δυνατή φωνή εἶπε: Τί σχέση ὑπάρχει μεταξύ μας, Ἰησοῦ, Υἱέ
τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; Σέ ἱκετεύω, μή μέ βασανίσεις. Γιατί ὁ Ἰησοῦς εἶχε διατάξει
τό ἀκάθαρτο πνεῦμα νά βγεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο. Τό δαιμόνιο τόν εἶχε κυριεύσει ἐπί
πολλά χρόνια, μάλιστα τόν ἔδεναν μέ ἁλυσίδες καί τόν φύλαγαν μέ σίδερα στά
πόδια, ἀλλ᾿ αὐτός ἔσπαζε τά δεσμά καί ὁ δαίμονας τόν ὁδηγοῦσε στίς ἐρημιές. Τόν
ρώτησε ὁ Ἰησοῦς καί τοῦ εἶπε: Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου; Αὐτός εἶπε: Λεγεών·
καθόσον εἶχαν μπεῖ μέσα του πολλά δαιμόνια· καί παρακαλοῦσε τόν Ἰησοῦ νά μήν
τούς διατάξει νά πᾶνε στήν ἄβυσσο. Ἦταν ἐκεῖ ἕνα κοπάδι ἀπό πολλούς χοίρους
πού ἔβοσκαν στό βουνό· καί τόν παρακαλοῦσαν νά τούς ἐπιτρέψει νά μποῦν σέ
ἐκείνους· καί τούς ἐπέτρεψε. Βγῆκαν τά δαιμόνια ἀπό τόν ἄνθρωπο καί μπῆκαν
στούς χοίρους, ὁπότε τό κοπάδι ὅρμησε πρός τόν γκρεμό καί πνίγηκε στή λίμνη.
Ὅταν οἱ βοσκοί εἶδαν αὐτό πού ἔγινε, ἔφυγαν καί τό εἶπαν στήν πόλη καί στήν
ὕπαιθρο. Βγῆκαν λοιπόν νά δοῦν τό γεγονός καί ἦλθαν στόν Ἰησοῦ καί βρῆκαν τόν
ἄνθρωπο, ἀπό τόν ὁποῖο εἶχαν βγεῖ τά δαιμόνια, νά κάθεται ντυμένος καί λογικός
κοντά στόν Ἰησοῦ, καί φοβήθηκαν. Διηγήθηκαν σέ αὐτούς ὅσοι εἶχαν δεῖ τό γεγονός,
πῶς σώθηκε ὁ πρώην δαιμονισμένος. Καί ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς τῶν Γαδα-
ρηνῶν παρακάλεσαν τόν Ἰησοῦ νά φύγει ἀπό αὐτούς, γιατί τούς εἶχε κυριεύσει
μεγάλος φόβος· αὐτός μπῆκε στό πλοῖο καί ἐπέστρεψε. Ὁ ἄνδρας, ἀπό τόν ὁποῖο
εἶχαν βγεῖ τά δαιμόνια, τόν ἱκέτευε νά πάει μαζί του· ὁ Ἰησοῦς ὅμως τόν ἔδιωξε καί
τοῦ εἶπε: Νά ἐπιστρέψεις στό σπίτι σου καί νά διηγηθεῖς ὅσα ἔκανε γιά ἐσένα ὁ
Θεός. Ἔφυγε καί διεκήρυσσε σέ ὅλη τήν πόλη, ὅσα ἔκανε σέ αὐτόν ὁ Ἰησοῦς.
(Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ΕΥΕΡΓΕΤΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Ὁ Κύριος, καθώς ἱστορεῖ ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς, διέπλεε μαζί μέ τούς
Μαθητές Του τήν τρικυμισμένη θάλασσα τῆς Τιβεριάδος. Οἱ Μαθητές
ἔμφοβοι τοῦ ζητοῦν νά τούς σώσει ἀπό τόν ἐπαπειλούμενο καταποντι-
σμό. Καί Ἐκεῖνος διά τοῦ λόγου Του γαλήνευσε τήν θάλασσα! Μετά τό
θαυμαστό αὐτό γεγονός προσωρμίσθηκαν στήν ἀπέναντι ὄχθη, στήν χώ-
ρα τῶν Γαδαρηνῶν· καί τοῦτο, γιατί ὁ Χριστός ἤθελε αὐτή τήν φορά νά
γαληνεύσει τήν τρικυμία τῆς ψυχῆς ἑνός ἀνθρώπου πού ζοῦσε ἐκεῖ καί
ταλαιπωροῦνταν σέ ἀφάνταστο βαθμό ἀπό τήν ἐπήρεια τῶν ἀκαθάρτων
πνευμάτων.
Τά ἀκάθαρτα πνεύματα
Σύμφωνα μέ τήν διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῆς Ἐκκλησιαστικῆς
παραδόσεως, τά ἀκάθαρτα πνεύματα εἶναι προσωπικές ὑπάρξεις τοῦ πνευ-
ματικοῦ κόσμου μέ αὐτεπίγνωση, δική τους θέληση καί ἐλευθερία. Δημι-
ουργήθηκαν ἀπό τόν Θεό, ὅπως καί οἱ λοιπές ἀγγελικές δυνάμεις. Ἐξέπε-
σαν, ὅμως, ἀπό τό ὕψος τῆς θείας Δόξης καί τῆς μετά τοῦ Θεοῦ κοινωνίας,
ἐξαιτίας τῆς αὐτονομήσεως, τῆς κακῆς προαιρέσεως καί τοῦ ἐγωισμοῦ.
Ὁ διάβολος δέν θέλησε νά ἐννοήσει ὅτι ὁ Θρόνος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη
καί ἡ ἄκρα Ταπείνωση καί, παρότι μισεῖ ἀσύλληπτα τόν Χριστό, γνωρίζει ὅτι
Ἐκεῖνος ἐξακολουθεῖ νά τοῦ προσφέρει ἀπροσωπόληπτα τήν ἀγάπη Του.
Καί σέ αὐτό ἀκριβῶς συνίσταται ὁ «βασανισμός», ἀπό τόν ὁποῖο ζητοῦν τά
ἀκάθαρτα πνεύματα νά ἀπαλλαγοῦν, ὅπως λέει ἡ περικοπή μας. Γιατί εἶναι
πράγματι φοβερό νά μισεῖς κάποιον καί ἐκεῖνος νά μή παύει νά σέ ἀγαπᾶ.
Ὁ δαιμονιζόμενος τῶν Γαδαρηνῶν
Ὁ Χριστός συναντᾶται μέ τόν δαιμονιζόμενο τῶν Γαδαρηνῶν. Ἡ θέα
αὐτοῦ τοῦ δυστυχοῦς ἀνθρώπου εἶναι ἀξιολύπητη καί τραγική. Τό θαρτο πνεῦμα τόν εἶχε κυριεύσει ἐπί πολλά χρόνια, γιά λόγους πού μό-
νον ὁ Θεός γνωρίζει. Ὁ Κύριος τόν ἐλευθερώνει καί τόν θεραπεύει.
Ἄλλωστε, στήν Ἁγία Γραφή τονίζεται ὅλως ἰδιαιτέρως ἡ ἐξουσία τοῦ
Χριστοῦ ἐπί τῶν πονηρῶν πνευμάτων. Λόγου χάριν, στίς «Πράξεις τῶν
Ἀποστόλων» διαβάζουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἐχρίσθη ὑπό τοῦ Θεοῦ μέ Πνεῦμα
Ἅγιο καί δύναμη καί «διῆλθεν εὐεργετῶν καί ἰώμενος πάντας τούς κα-
ταδυναστευομένους ὑπό τοῦ διαβόλου, ὅτι ὁ Θεός ἦν μετ’ αὐτοῦ»
(Πράξ. 10,38). Καί στήν Α΄ Καθολική Ἐπιστολή τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάν-
νου ἐπισημαίνεται ὅτι «εἰς τοῦτο ἐφανερώθη ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἵνα λύσῃ
τά ἔργα τοῦ διαβόλου» (Α΄ Ἰωάν. 3,8).Τό ψυχοσωματικό ἄλγος τοῦ ἀνθρώπου
Ἄς ἀναφέρουμε, ὅμως, κάποια δείγματα ψυχικοῦ καί σωματικοῦ ἄλ-
γους τοῦ δαιμονιζομένου τῶν Γαδαρηνῶν, ὅπως αὐτά περιγράφονται
στήν περικοπή μας. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός, λόγῳ τῆς καταστάσεώς του, εἶ-
χε παύσει νά ἀναζητεῖ τόν Θεό. Ὁ Θεός, ὅμως, δέν ἔπαυσε νά τόν ἀνα-
ζητεῖ. Δέν μποροῦσε νά ἐπικοινωνήσει μέ τούς συνανθρώπους του·
ἦταν κλεισμένος στόν ἑαυτό του. Δέν φοροῦσε ἐνδύματα καί, συνεπῶς,
παρουσίαζε πρόσθετα στοιχεῖα ἀντικοινωνικότητας. Δέν ἔμενε σέ σπίτι,
ἀλλά στά μνήματα.
Τά ὡς ἄνω φαινόμενα, δυστυχῶς, παρατηροῦνται καί στήν ζωή πολ-
λῶν συνανθρώπων μας. Ἄραγε, ἔχει ὁ ἄνθρωπος σήμερα τόν πόθο νά ἀναζητήσει τόν Θεό, νά Τόν γνωρίσει καί νά Τόν ἀγαπήσει; Ἐπιδιώκει νά
μάθει τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας περί τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ κό-
σμου, ὅπως τήν παρέδωσε ὁ Κύριος, οἱ θεοκήρυκες Ἀπόστολοι, οἱ θεοφό-
ροι Πατέρες; Καί ἔπειτα, ποιό εἶναι τό ἐπίπεδο τῶν διαπροσωπικῶν μας σχέ-
σεων; Ὑπάρχει ἀλήθεια, ἀλληλεγγύη, ἀνιδιοτέλεια, ἀληθινή ἀγάπη; Καί ἄν
ὄχι, τί κάνουμε γιά τήν βελτίωση τῆς ἐπικοινωνίας μέ τόν συνάνθρωπο;
Ἡ ἀκόλουθη φράση τῶν «Πράξεων τῶν Ἀποστόλων» γιά τήν ἐν Χριστῷ
ἀγάπη καί ἑνότητα τῶν πρώτων χριστιανῶν πρέπει νά ἀποτελεῖ ὑπόδειγμα
γιά τόν πνευματικό ἀγῶνα κάθε πιστοῦ: «Τοῦ δέ πλήθους τῶν πιστευσάν-
των ἦν ἡ καρδία καί ἡ ψυχή μία» (Πράξ. 4,32). Ὁ Ἰησοῦς συνδέει τίς καρ-
διές τῶν πιστῶν «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ἰωάν. 17,21). Τέλος, καθώς ἀλληγο-
ρικά ἑρμηνεύουν Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, τό ἔνδυμα πού δέν ἐπιθυμεῖ νά
φορέσει ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἡ Χάρις καί τό Φῶς τοῦ Χριστοῦ πού καλύπτει
κάθε ὑπαρξιακό κενό καί δίνει ἀληθινό νόημα στήν ζωή. Καί, βεβαίως, στήν
ἄρνηση τοῦ Γαδαρηνοῦ νά μείνει σέ οἰκία ὑπονοεῖται ἡ τάση τοῦ ἀνθρώ-
που νά ἀπορρίπτει μέ εὐκολία τήν Ἐκκλησία καί νά ἐπιλέγει χώρους δια-
μονῆς, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν στόν θάνατο. Ὁ Χριστός μᾶς περιμένει στήν
Ἐκκλησία Του, γιά νά μᾶς κάνει ἀδελφούς καί συγκληρονόμους Του. Ἄς
ἀνταποκριθοῦμε στό κάλεσμά Του.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.ΑΠ.ΔΙΑΚΟΝΙΑ