ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

Α΄. ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Ματθαῖον. (ΚΗ΄. 16-20).

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, οἱ ἕνδεκα μαθηταὶ ἐπορεύθησαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὸ ὄρος οὗ ἐτάξατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς·καὶ ἰδόντες αὐτὸν προσεκύνησαν αὐτῷ, οἱ δὲ ἐδίστασαν· καὶ προσελθὼν ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησεν αὐτοῖς λέγων· ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς· πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν, καὶ ἰδού, ἐγὼ μεθ’ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ἀμήν.

Α΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Ματθαῖον. (ΚΗ΄. 16-20).

Ἐκεῖνο τόν καιρό οἱ ἕνδεκα Μαθητές πορεύθηκαν (πῆγαν) στή Γαλιλαία, στό ὄρος πού τούς πρόσταξε ο Ἰησοῦς·καί μόλις τόν εἶδαν, τόν προσκύνησαν, μερικοί ὅμως δίστασαν·καί ἀφοῦ ἦλθε κοντά τους ὁ Ἰησοῦς, μίλησε σ’ αὐτούς λέγοντας· μοῦ δόθηκε κάθε ἐξουσία στόν οὐρανό καί ἐπάνω στή γῆ· πηγαίνετε λοιπόν καί διδάξετε σέ ὅλα τά ἔθνη, βαπτίζοντάς τους στό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διδάσκοντάς τους να τηροῦν (νά ἐφαρμόζουν) ὅλα ὅσα σᾶς παρήγγειλα· καί νά,ἐγώ εἶμαι μαζί σας μέχρι τό τέλος τοῦ κόσμου. Ἀμήν.

Ἀπόστολος Κυριακῆς

Τῶν Ταξιαρχῶν – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 8 Νοεμβρίου 2026

2 Νοεμβρίου, 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 8 Νοεμβρίου 2026, Τῶν Ταξιαρχῶν (Ἑβρ. β΄ 2-10)

Ἀδελφοί, εἰ ὁ δι’ ἀγγέλων λαλη­θεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρα­κοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡ­μεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελή­σαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λα­λεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀ­κου­σάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, συνεπι­μαρ­τυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύ­ματος Ἁγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λα­λοῦμεν, διεμαρτύρατο δέ πού τις λέ­γων· τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐ­­τοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ· ἐν γὰρ τῷ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀν­υπό­τακτον. νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ τὰ πάντα ὑποτεταγμένα· τὸν δὲ βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους ἠλαττωμένον βλέπομεν Ἰησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον, ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι’ ὃν τὰ πάντα καὶ δι’ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ἡ Σύναξη τῶν ἁγίων Ἀγγέλων

Ἡ Σύναξη τῶν ἀρχιστρατήγων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ τῶν λοιπῶν ἀσωμάτων δυνάμεων ἑορτάζεται στὶς 8 Νοεμβρίου κάθε ἔτους. Σύμφωνα μὲ τὴ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Θεὸς δημιούργησε τοὺς ἀγγέλους πρὶν δημιουργήσει τὸν ὑλικὸ κόσμο καὶ φέρει στὴν ὕπαρξη τὸν πρῶτο ἄνθρωπο. Δημιούργησε δέκα ἀγγελικὰ Τάγματα. Ἐξέχουσα θέση μεταξὺ τῶν ἀγγέλων εἶχε ὁ Ἑωσφόρος. Τὸ ὄνομα αὐτὸ σημαίνει «αὐτὸς ποὺ φέρνει τὴν αὐγή, τὸ φῶς». Ὁ Ἑωσφόρος ὅμως ὑπερηφανεύθηκε. Θέλησε νὰ ὑψώσει τὸν θρόνο του δίπλα στὸν θρόνο τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἐξέπεσε ἀπὸ τὸ ἀξίωμά του καὶ ἔγινε ὁ ἄρχοντας τοῦ σκότους. Στὴν πτώση του μάλιστα παρέσυρε πλῆθος ἀγγέλων.

Τότε ὁ ἀρχάγγελος Μιχαήλ, ποὺ τὸ ὄνομά του σημαίνει «δύναμη τοῦ Θεοῦ», σύναξε τοὺς ἀγγέλους ποὺ παρέμεναν ἀκόμη πιστοὶ καὶ φώναξε: «Πρόσχωμεν! Στῶμεν καλῶς!» Δηλαδή, ἂς προσέξουμε! Ἂς σταθοῦμε ὅπως πρέπει! Ἂς ἀναγνωρίσουμε ὅτι εἴμαστε λειτουργοὶ καὶ ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ. Ἂς προσέξουμε μήπως πέσουμε καὶ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό, ὅπως οἱ ἄγγελοι ποὺ ὑπερηφανεύθηκαν. Μὲ βάση τὴ διδασκαλία αὐτὴ τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ἅγιοι Πατέρες θέσπισαν τὴ σημερινὴ ἑορτή, σὲ ἀνάμνηση τῆς Συν­άξεως τῶν ἁγίων Ἀγγέλων μετὰ τὴν πρόσ­κληση τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαήλ.

2. Φροντίδα γιὰ τὴ σωτηρία μας

Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ἀφιερωμένη στοὺς ἁγίους Ἀγγέλους καὶ ἀναγινώσκεται ἀπὸ τὴν πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολή. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ ἱερὸς συγγραφέας ἐπισημαίνει ὅτι, ἐνῶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ Θεὸς φανέρωνε τὸ θέλημά του στοὺς ἀνθρώπους μέσω τῶν Ἀγγέλων ἢ τῶν Προφητῶν, στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἀποκαλύπτει τὸ θέλημά του γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ἐκεῖνος μᾶς δίδαξε καὶ οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι μᾶς παρέδωσαν τὴ διδασκαλία του, ποὺ τὴν ἄκουσαν κατευθείαν ἀπὸ τὸν Χριστό. Συνεπῶς, «πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας;» Πῶς θὰ γλυτώσουμε τὴν τιμωρία, ἂν ἀδιαφορήσουμε γιὰ μιὰ τόσο μεγάλη καὶ σπουδαία σωτηρία; Τί θὰ ἀπολογηθοῦμε στὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος θυσιάσθηκε γιὰ τὴ δική μας σωτηρία;

Χρειάζεται, λοιπόν, διαρκὴς ἐγρήγορση. Διότι, ἂν δὲν προσέξουμε, κινδυνεύουμε νὰ βυθισθοῦμε στὴν τύρβη τῆς καθημερινότητας καὶ νὰ λησμονήσουμε τὸν Θεό· νὰ παρασυρθοῦμε ἀπὸ τὰ θέλγητρα τοῦ κόσμου καὶ νὰ τραυματισθοῦμε ἀπὸ τὰ «πεπυρωμένα βέλη» τοῦ διαβόλου, ὁ ὁποῖος, ὅπως τότε παρέσυρε πλῆθος ἀγγέλων στὴν πτώση, ἔτσι καὶ τώρα, κρυμμένος καὶ ἀθέατος, πασχίζει νὰ ρίξει κι ἐμᾶς στὴν ἁμαρτία.

«Στῶμεν καλῶς!» Αὐτὸς ὁ ἀφυπνιστικὸς λόγος, ποὺ ἀκούσθηκε ἀπὸ τὸν ἀρχάγγελο Μιχαήλ, ἀπευθύνεται σήμερα καὶ σ’ ἐμᾶς. Χρειάζεται κι ἐμεῖς νὰ φροντίζουμε γιὰ τὴν αἰώνια σωτηρία μας. Ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ὅλα τὰ μέσα. Τώρα ἀπαιτεῖται ἡ δική μας συνέργεια, ἡ ἐπιμέλεια γιὰ τὴν ψυχή μας, ὥστε νὰ φανοῦμε, κατὰ τὸ δυνατόν, ἀντάξιοι τῆς ὕψιστης τιμῆς ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ Κύριος, νὰ γίνει ἄνθρωπος, νὰ μᾶς παραδώσει ὁ Ἴδιος τὸ Εὐαγγέλιό του καὶ νὰ θυσιασθεῖ Ἐκεῖνος, ὁ ἀναμάρτητος Θεός, γιὰ τὴ δική μας σωτηρία.

3. Ὁ βασιλιὰς τῆς κτίσεως

Στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος τονίζει καὶ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου. «Ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ᾿ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν… πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ», γράφει. Δηλαδή, ἔπλασες τὸν ἄνθρωπο λίγο κατώτερο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ τὸν στεφάνωσες μὲ δόξα καὶ τιμὴ ὡς βασιλιὰ τῆς Δημιουργίας. Ὅλα τὰ ὑπέταξες κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του.

Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος: ὁ βασιλιὰς ὅλης τῆς ὑλικῆς δημιουργίας. Κι ἐνῶ, ὅπως ἀκούσαμε, ὁ Θεὸς τὸν ἔπλασε κατώτερο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ὅρισε τοὺς ἀγγέλους νὰ διακονοῦν τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπιπλέον ἔγινε ἄνθρωπος ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς γιὰ νὰ θυσιασθεῖ, ὅπως ἀναφέραμε, γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου· γιὰ νὰ ἀνεβάσει μὲ τὴ θεία Ἀνάληψή του τὸν ἄνθρωπο πιὸ ψηλὰ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ νὰ τοῦ χαρίσει τὴν οὐράνια Βασιλεία του. Πόση ἱερότητα, τί μεγαλεῖο κρύβει ὁ ἄνθρωπος! «Θεοῦ κτίσμα τυγχάνων καὶ θεὸς εἶναι κεκελευσμένος» (ΕΠΕ 6, 210), εἶπε ὁ Μέγας Βασίλειος. Ὁ ἄνθρωπος, τὸ δημιούργημα αὐτὸ τοῦ Θεοῦ, ἔχει ἐντολὴ νὰ γίνει ἕνας θεὸς κατὰ Χάριν. Μὲ πόση τιμὴ καὶ δόξα τὸν ἔχει περιβάλει ὁ Θεός!

Ἀλλὰ καὶ πόση εὐθύνη ἔχουμε οἱ ἄνθρωποι! Ἐφόσον εἴμαστε πλασμένοι μὲ αὐτὴ τὴν οὐράνια προοπτική, ἀνάλογη πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἐπίγεια ζωή μας· νὰ εἶναι πνευματική, καθαρή, ἁγία. Ἂς μὴν ἀσχολούμαστε μόνο μὲ τὸ τί θὰ φᾶμε, τί θὰ πιοῦμε, μὲ τί θὰ ντυθοῦμε καὶ πόσα χρήματα θὰ ἀποκτήσουμε. Ἀλλὰ ἂς ζοῦμε ὡς ἐπίγειοι ἄγγελοι καὶ οὐράνιοι ἄνθρωποι, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ βρεθοῦμε ἐκεῖ, ὅπου θὰ συγχορεύει ὁ οὐρανὸς μὲ τὴ γῆ· ἐκεῖ, ὅπου μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους Ἀγγέλους θὰ δοξάζουμε αἰώνια τὸν Κύριο καὶ Θεό μας.ΣΩΤΗΡ.

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Λουκ. η΄ 41-56) 8 Νοεμβρίου 2026

Μετάφραση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς
Τόν καιρόν ἐκεῖνον, πλησίασε τόν Ἰησοῦ κάποιος ἄνθρωπος, ὀνομαζόμενος Ἰάειρος, ὁ
ὁποῖος ἦταν ἀρχισυνάγωγος· καί ἀφοῦ ἔπεσε στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ, τόν παρακα-
λοῦσε νά μεταβεῖ στό σπίτι του, καθότι εἶχε μιά μονάκριβη θυγατέρα, περίπου
δώδεκα ἐτῶν, πού ἦταν ἑτοιμοθάνατη. Καί καθώς προχωροῦσε, τά πλήθη τόν συν-
έθλιβαν. Μία γυναίκα πού εἶχε αἱμορραγία ἐπί δώδεκα χρόνια καί ἡ ὁποία εἶχε
ξοδέψει ὅλη τήν περιουσία της σέ γιατρούς καί δέν μπόρεσε νά θεραπευθεῖ ἀπό κα-
νέναν, πλησίασε ἀπό πίσω καί ἄγγιξε τήν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός του, καί ἀμέσως
σταμάτησε ἡ αἱμορραγία της. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε: Ποιός μέ ἄγγιξε; Ἐνῶ ὅλοι
ἀρνοῦνταν, εἶπε ὁ Πέτρος καί αὐτοί πού ἦταν μαζί του· Διδάσκαλε, τά πλήθη σέ
συνθλίβουν καί σέ πιέζουν, καί ἐσύ λέγεις, ποιός μέ ἄγγιξε; Ὁ Ἰησοῦς εἶπε: Κάποιος
μέ ἄγγιξε· γιατί ἐγώ αἰσθάνθηκα μιά δύναμη πού βγῆκε ἀπό ἐμέ. Ὅταν εἶδε ἡ γυ-
ναίκα ὅτι δέν διέφυγε τῆς προσοχῆς του, ἦλθε τρέμοντας, καί ἀφοῦ ἔπεσε στά
πόδια του, τοῦ ἐξήγησε μπροστά σέ ὅλο τόν λαό τήν αἰτία γιά τήν ὁποία τόν ἄγγι-
ξε, καί ὅτι ἀμέσως θεραπεύθηκε. Αὐτός τῆς εἶπε: Ἔχε θάρρος, θυγατέρα, ἡ πίστη
σου σέ ἔχει σώσει, πήγαινε στήν εἰρήνη. Καί ἐνῶ μιλοῦσε ἀκόμη, ἔρχεται κάποιος
ἀπό τό σπίτι τοῦ ἀρχισυνάγωγου καί εἶπε σέ αὐτόν (τόν ἀρχισυνάγωγο) ὅτι ἡ θυ-
γατέρα σου ἔχει πεθάνει· μήν ταλαιπωρεῖς τόν Διδάσκαλο. Ὅταν τό ἄκουσε ὁ Ἰη-
σοῦς, ἀποκρίθηκε καί τοῦ εἶπε: Μή φοβᾶσαι, μόνο πίστευε καί θά σωθεῖ. Καί ἀφοῦ
ἦλθε στό σπίτι, δέν ἄφησε κανένα νά μπεῖ, παρά μόνο τόν Πέτρο, τόν Ἰωάννη, τόν
Ἰάκωβο, τόν πατέρα τοῦ κοριτσιοῦ καί τή μητέρα. Ὅλοι ἔκλαιγαν καί τή θρηνολο-
γοῦσαν. Αὐτός εἶπε: Μήν κλαῖτε· δέν πέθανε, ἀλλά κοιμᾶται. Καί τόν εἰρωνεύον-
ταν, γιατί ἤξεραν ὅτι πέθανε. Αὐτός, ἀφοῦ τούς ἔβγαλε ὅλους ἔξω καί ἔπιασε τό
χέρι τοῦ κοριτσιοῦ, φώναξε καί εἶπε: Κορίτσι, σήκω ἐπάνω. Καί ἐπέστρεψε τό
πνεῦμα του, καί ἀμέσως σηκώθηκε, ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπε νά τῆς δώσουν νά φάγει. Οἱ
δέ γονεῖς της ἐξεπλάγησαν. Αὐτός τούς εἶπε νά μήν ποῦν σέ κανέναν τό γεγονός.
(Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ, ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΖΩΗ
Ὁ Κύριος, ὅπως ἐξιστορεῖ ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς, μετά τήν θεραπεία
τοῦ δαιμονιζομένου τῶν Γαδαρηνῶν, ἐπέστρεψε στήν Γαλιλαία, ὅπου
τόν ὑποδέχθηκαν πλήθη ἀνθρώπων. Μεταξύ αὐτῶν τόν περίμενε καί ὁ
ἀρχισυνάγωγος, ὁ προϊστάμενος δηλαδή τῆς συναγωγῆς, πού ὀνομαζό-
ταν Ἰάειρος. Μέ πόνο ψυχῆς ἔπεσε στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί τόν παρακα-
λοῦσε νά μεταβεῖ στήν οἰκία του, καθότι ἡ περίπου δωδεκαετής μονάκρι-
βη θυγατέρα του ἦταν ἑτοιμοθάνατη. Καί ἐνῶ πορεύονταν πρός τά ἐκεῖ,
τούς γνωστοποιεῖται ὁ θάνατός της. Ὁ Κύριος ἀπευθύνεται στόν πατέρα
της καί τοῦ λέγει, «μή φοβᾶσαι, μόνο πίστευε καί θά σωθεῖ»· καί ἀφοῦ
ἔφθασε στήν οἰκία, ἔδωσε πάλι τήν ζωή στήν νεαρή θυγατέρα τοῦ Ἰαεί-
ρου, τήν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν.
Ἀπό τόν φόβο στήν πίστη
Τό ἀσύλληπτο γιά τήν ἀνθρώπινη νόηση γεγονός τῆς ἀναστάσεως, ἡ
ὑπέρβαση τοῦ θανάτου καί τοῦ φόβου γιά τό ἄγνωστο εἶναι δωρεές πού
προσφέρονται ἀπό τόν ἐνανθρωπήσαντα Λόγο τοῦ Θεοῦ, τόν Κύριο Ἰη-
σοῦ Χριστό, στόν ἄνθρωπο. Ἡ Ἐκκλησία ἀποδέχεται μέ ἁπλότητα, πίστη
καί «ἀφελότητα καρδίας» τίς εὐαγγελικές διηγήσεις περί τῆς ἀναστάσε-
ως νεκρῶν, οἱ ὁποῖες προεικονίζουν τήν Ἀνάσταση τοῦ ἰδίου τοῦ Χρι-
στοῦ. Καί ἡ πίστη στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μᾶς παρέχει τήν βεβαιό-
τητα καί γιά τήν δική μας ἀνάσταση· γιά τήν μετοχή μας στήν αἰώνιο ζωή,
στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας «οὐκ ἔσται τέλος».
Ὁ Χριστός ζητάει ἀπό τόν πατέρα τῆς περικοπῆς μας νά μή φοβᾶται,
ἐφόσον πιστεύει καί ἐμπιστεύεται τά πάντα σέ Ἐκεῖνον· τόν Σωτῆρα καί
Λυτρωτή τῶν ἀνθρώπων. Ἡ προτροπή τοῦ Κυρίου, «μή φοβοῦ», μᾶς θυ-
μίζει σκηνές ἐμφανίσεως τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ ἤ ἁγίων Ἀγγέλων Του στήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη. Λόγου χάριν, «μή φοβοῦ» λέγει ὁ Θεός στούς
Πατριάρχες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅταν τούς ἀποκαλύπτεται γιά νά
ἐξαγγείλει τίς ἐπαγγελίες Του (Γεν. 15,1· 26,24). «Μή φοβεῖσθε» λέει ὁ
Χριστός στούς Μαθητές Του, ὅταν ἔντρομοι τόν εἶδαν νά περιπατεῖ ἐπί
τῆς θαλάσσης, καί ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ λέγει «μή φοβοῦ» στήν Παρ-
θένο Μαρία στήν Ναζαρέτ, ὅταν τῆς εὐαγγελίζεται ὅτι θά γεννήσει τόν
Υἱό τοῦ Θεοῦ (Λουκ. 1,30). Ὁ Ἰάειρος βίωσε τόν φόβο τοῦ θανάτου, τό
μυστήριο τῆς πίστεως καί τήν φανέρωση τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ
εἶδε τήν θυγατέρα του νά ἐπανέρχεται στήν ζωή, μέ τήν ἐξουσία πού
ἔχει ὁ Χριστός ἐπί τοῦ θανάτου. Ἑπομένως, ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στήν ζωή του ἦταν μιά Θεοφάνεια· μιά ἀποκάλυψη περί τοῦ ἐσχάτου
νοήματος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου, τό ὁποῖο βρίσκεται στό Πρόσωπο
τοῦ Κυρίου, στόν λόγο, στήν Θεότητά Του.
Ἡ πίστη ὡς αὐτοπαράδοση τοῦ ἀνθρώπου στήν θεία ἀγάπη
Ὅσο περισσότερο ὁ ἄνθρωπος ἐμπιστεύεται τόν Θεό, τόσο καί ἀπο-
κτᾶ τήν ἐμπειρία ὅτι ἡ πίστη εἶναι ζωή, αὔξηση, πορεία, ἀλήθεια, πηγή
δημιουργικότητας, ἁγιασμοῦ, χάριτος καί φωτισμοῦ. Ἡ πίστη διαμορφώ-
νει κατά Χριστόν τήν ὅλη προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου, πού ἐπιδιώκει
νά ζεῖ σύμφωνα μέ τίς ἅγιες εὐαγγελικές ἐντολές, τίς ὁποῖες θεωρεῖ ὡς
τό ὕψιστο κριτήριο τῆς συνειδήσεώς του.Γι’ αὐτό ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ἐπιμένει ὄχι μόνο στήν ἀπόκτηση καί
καλλιέργεια τῆς πίστεως, ἀλλά καί στόν ὀρθό τρόπο ζωῆς· «ἡ πίστη –λέγει–
εἶναι μεγάλο καί σωτήριο ἀγαθό, πού χωρίς αὐτή δέν μπορεῖ κανείς νά σω-
θεῖ ποτέ. Ὅμως, δέν εἶναι σέ θέση νά τό πραγματοποιήσει αὐτό μόνη της,
ἀλλά χρειάζεται καί ὁ ὀρθός τρόπος ζωῆς». Στήν περίπτωση τοῦ Ἰαείρου,
ἡ ὀρθότητα τοῦ βίου του ἐκφράζεται μέ τήν ὑπακοή στήν ὑπέρλογη προ-
τροπή τοῦ Χριστοῦ, τήν ἀφοβία, τήν ἐμπιστοσύνη του στόν Κύριο.
Ἡ ὕπαρξη ὡς δῶρο τοῦ Θεοῦ
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, μέ τό φῶς τῆς πίστεως καί τῆς εὐαγγελικῆς
διδαχῆς, ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ ὕπαρξη εἶναι δῶρο, χάρισμα καί εὐεργε-
σία τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ διαπίστωση πλημμυρίζει τήν καρδιά του ἀπό
εὐγνωμοσύνη καί ἀγάπη πρός τόν Κύριο τῆς Δόξης· ἀπό τήν αἴσθηση ὅτι
τό Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν φόβο τοῦ
θανάτου, χαρίζοντάς του τήν ὄντως ζωή, τήν ἐλπίδα, τήν ἐλευθερία καί
τήν ἀγάπη πρός πάντας, ἀκόμη καί πρός τούς ἐχθρούς, ἡ ὁποία εἶναι
πρόγευση ἀθανασίας.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.ΑΠΟΣ.ΔΙΑΚΟΝΙΑ