ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥ

Β. ‘ΕΩΘΙΝΟΝ Κατά Μᾶρκον. (ΙΣΤ΄.1-8).

Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου, Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσι τὸν Ἰησοῦν. Καὶ λίαν πρωῒ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου.Καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. Καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον, εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολήν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν· ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε, Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον, ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ᾧδε· ἴδε, ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν, ἀλλ’ ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς Μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ, ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. Καὶ ἐξελθοῦσαι ταχὺ ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου, εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

Β΄. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ Κατά Μᾶρκον. (ΙΣΤ΄.-)

Ὅταν πέρασε τό Σάββατο, ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ Μαρία ἡ μητέρα τοῦ Ἰακώβου καί ἡ Σαλώμη ἀγόρασαν ἀρώματα μέ σκοπό νά ἔλθουν καί νά ἀλείψουν τόν Ἰησοῦ.Καί πολύ πρωΐ τήν πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας ἔρχονται στό μνημεῖο, ὅταν ἀνέτειλε κάτω ἀπό τόν ὁρίζοντα ὁ ἥλιος,καί ἔλεγαν μεταξύ τους· ποιός θά ἀποκυλίσει γιά μᾶς τό λίθο (τήν πέτρα) ἀπό τή θύρα τοῦ μνημείου; Καί ὑψώνοντας τά βλέμματα βλέπουν ὅτι ἀποκυλίσθηκε ὁ λίθος· (καί σκέπτονταν αὐτά) διότι ἦταν πολύ μεγάλος. Καί μόλις εἰσῆλθαν στό μνημεῖο, βλέπουν ἕνα νέο νά κάθεται στά δεξιά (τοῦ μνημείου), πού ἦταν ντυμένος μέ λευκή στολή, καί θαμπώθηκαν (φοβήθηκαν πολύ καί ἔμειναν κατάπληκτες)· κι ἐκεῖνος λέγει σ’ αὐτές· μή φαβᾶσθε,ζητεῖτε τόν Ἰησοῦ τό Ναζωραῖο πού σταυρώθηκε;Ἀναστήθηκε, δέν εἶναι ἐδῶ· νά ὁ τόπος ὅπου τόν τοποθέτησαν (νεκρό). Ἀλλά πηγαίνετε, πεῖτε στούς Μαθητές του καί στόν Πέτρο, ὅτι πηγαίνει πρίν ἀπό σᾶς στή Γαλιλαία·Ἐκεῖ θά τόν δεῖτε, ὅπως σᾶς εἶπε. Καί ἀφοῦ βγῆκαν γρήγορα, ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο· καί τίς κατεῖχε τρόμος καί κατάπληξη, καί σέ κανέναν δέν εἶπαν τίποτε· διότι φοβοῦνταν.

Ἀπόστολος Κυριακῆς

Κυριακή Β΄ Ἐπιστολῶν – Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 14 Ἰουνίου 2026

8 Ιουνίου, 2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 14 Ἰουνίου 2026, Κυριακή Β΄ Ἐπιστολῶν (Ρωμ. β΄ 10-16)

Ἀδελφοί, δόξα καὶ τι­μὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀ­γα­θόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶ­τον καὶ Ἕλληνι· οὐ γὰρ ἔ­στι προσωποληψία πα­ρὰ τῷ Θεῷ. ὅσοι γὰρ ἀνό­μως ἥμαρτον, ἀνό­μως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νό­μου κριθήσονται. οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δί­καιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δι­καιω­θήσονται. ὅ­ταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχον­τα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νό­μον μὴ ἔχον­τες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔρ­γον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμ­μαρ­τυρούσης αὐτῶν τῆς συν­ειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλ­λήλων τῶν λογι­σμῶν κα­τηγορούντων ἢ καὶ ἀπο­λογουμένων — ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐ­αγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ὄχι μόνο ἀκρόαση, ἀλλὰ ἐφαρμογὴ

Ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ἀπὸ τὴν πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολή. Ὁ θεόπνευστος ἀπόστολος Παῦλος κάνει ἐκεῖ λόγο γιὰ τὰ κριτήρια, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ κρίνει ὁ Θεὸς τοὺς ἀνθρώπους. Μεταξὺ τῶν ἄλλων μᾶς λέει: «οὐχ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται». Δηλαδή, δίκαιοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ὅσοι ἁπλῶς ἀκοῦν τὴν ἀνάγνωση τοῦ θείου λόγου, ἀλλὰ ὅσοι τὸν τηροῦν καὶ τὸν ἐφαρμόζουν· αὐτοὶ θὰ ἀναγνωρισθοῦν δίκαιοι.

Εἶναι εὐλογημένη ἡ συνήθεια ποὺ ἔχουν πολλοὶ Χριστιανοί, νὰ πηγαίνουν σὲ ὁμιλίες πνευματικές, νὰ ἀκοῦν κηρύγματα, νὰ μετέχουν σὲ κύκλους μελέτης τῆς Ἁγίας Γραφῆς, νὰ ἀκοῦν ὁμιλίες ἀπὸ ἐκκλησιαστικοὺς ραδιοφωνικοὺς σταθμοὺς κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας. Ἀρκετοὶ πιστοὶ μάλιστα ἀναζητοῦν καὶ στὸ διαδίκτυο ὁμιλίες πνευματικοῦ καταρτισμοῦ καὶ ἐκφράζουν ἔτσι τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ψυχή τους.

Δὲν ἀρκεῖ ὅμως μόνο αὐτό, ὑπογραμμίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Δὲν φθάνει νὰ εἴμαστε μόνο ἀκροατὲς τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Τὸ σημαντικότερο εἶναι νὰ τὸν ἐφαρμόζουμε. Δὲν θὰ μᾶς κρίνει ὁ Θεὸς ἀνάλογα μὲ τὸ πόσες ὁμιλίες ἀκούσαμε, ἀλλὰ ἀνάλογα μὲ τὸ πόσα πράξαμε. Ὅσο μάλιστα γνωρίζουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τόσο μεγαλύτερη εὐθύνη ἔχουμε νὰ τὸ ἐφαρμόζουμε. «Ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ κυρίου ἑαυτοῦ καὶ μή… ποιήσας πρὸς τὸ θέλημα αὐτοῦ, δαρήσεται πολλάς» (Λουκ. ιβ΄ 47), ἔχει πεῖ ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος ποὺ γνώρισε τὸ θέλημά του, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀκολούθησε, θὰ ἔχει συνέπειες αὐστηρές. Ἂς εἴμαστε πρόθυμοι λοιπὸν νὰ ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ γνωρίζουμε τὸ θέλημά του. Ταυτόχρονα ὅμως ἂς φροντίζουμε νὰ ἀκολουθοῦμε ὅ,τι μᾶς ὑποδεικνύει ὁ Κύριος.

2. Τὸ κριτήριο τῆς συνειδήσεως

Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄνθρωποι, ποὺ δὲν γνώρισαν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἄκουσαν τὶς ἀλήθειες τῆς ὀρθῆς πίστεως. Πῶς θὰ κριθοῦν αὐτοί; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴ δίνει στὴ συνέχεια τῆς περικοπῆς ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως». Ἔχουν δηλαδὴ γραμμένο στὶς καρδιές τους τὸν θεῖο νόμο, ποὺ τοὺς βοηθεῖ νὰ διακρίνουν τὸ καλὸ ἀπὸ τὸ κακό. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἡ συνείδηση. Αὐτὴ δίνει μαρτυρία γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς κάθε πράξεως.

Ἡ συνείδηση ἑπομένως εἶναι τὸ κριτήριο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ κριθοῦν οἱ ἄνθρωποι ποὺ δὲν γνώρισαν τὸν ἀληθινὸ Θεό. Αὐτὴ εἶναι τὸ ἀναμμένο λυχνάρι τοῦ Κυρίου, ποὺ δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ δίνει τὸ φῶς του, ἀκόμη καὶ στὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, κάθε θρησκείας καὶ φυλῆς, ἔχουμε συνείδηση. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσίγαστη φωνὴ ποὺ φύτεψε ὁ Δημιουργὸς μέσα μας, ὅταν μᾶς ἔπλασε· ἡ μυστικὴ φωνὴ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἐπιδοκιμάζει τὰ καλὰ ἔργα, ἐνῶ ἄλλοτε ἐλέγχει τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιλογές. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ κλείσει τ’ αὐτιά του ἢ νὰ πνίξει τὴ φωνὴ αὐτή. Διαπεραστικὴ ἀντηχεῖ στὰ βάθη τῆς ψυχῆς, ἰσχυρότερη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐξωτερικοὺς θορύβους.

Ἰδιαιτέρως οἱ πιστοὶ πρέπει νὰ ἐπιμελούμαστε τὴ συνείδησή μας, ὥστε ἐξαγιασμένη καὶ φωτισμένη ἀπὸ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς πληροφορεῖ πάντοτε γιὰ τὸ ἅγιο θέλημά του.

3. Οἱ ἀπόκρυφες πράξεις μας

Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος παραθέτει μία ἀκόμη σημαντικὴ παράμετρο σχετικὰ μὲ τὴν τελικὴ Κρίση τοῦ Κυρίου. Ἀφοῦ εἶπε πρωτύτερα ὅτι κριτήριο θὰ εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θείου θελήματος καὶ ἡ ὑπακοὴ στὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, τώρα τονίζει ὅτι «κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων»· δηλαδὴ ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἐξετάσει τὶς ἀπόκρυφες πράξεις τῶν ἀνθρώπων.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, ὅσες κρυφὲς εὐεργεσίες κάναμε στὴ ζωὴ αὐτή, ἐλεημοσύνες καὶ πράξεις αὐτοθυσίας, ὅσες κρυφὲς προσευχὲς ἀναπέμψαμε στὸν Θεό, ὅσες κρυφὲς ἀσκήσεις Τοῦ προσφέραμε, ἡ κρυφὴ ὑπομονὴ ποὺ κάναμε στὴ δοκιμασία μας, θὰ ἀνταμειφθοῦν τότε δημόσια, φανερά. Ἀλλὰ καὶ ὅσες ἁμαρτίες διαπράξαμε στὰ κρυφά, ἀκόμη καὶ οἱ ρυπαρὲς σκέψεις καὶ ἐπιθυμίες, ποὺ νομίσαμε ὅτι καλύψαμε καὶ κρατήσαμε ἄγνωστες ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τότε θὰ ἀποκαλυφθοῦν. «Ἑκάστου τὸ ἔργον φανερὸν γενήσεται» (Α΄ Κορ. γ΄ 13), βεβαιώνει ἀλλοῦ ὁ θεῖος Ἀπόστολος. Ὁ Κύριος θὰ ξεσκεπάσει κάθε κρυφό μας ἔργο, εἴτε ἀγαθὸ εἶναι αὐτὸ εἴτε ἐφάμαρτο.

Ἑπομένως  δὲν ὑπάρχει κάτι ἄγνωστο καὶ κρυφὸ στὸν Ὕψιστο. Ὁ παντεπόπτης Θεὸς ὅλα τὰ βλέπει, ἀκόμη καὶ τὰ βαθύτερα ἐλατήρια τῆς καρδιᾶς μας καὶ θὰ μᾶς κρίνει σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ πράξαμε. Ἂς ἔχουμε τὴν αἴσθηση τῆς παγγνωσίας καὶ τῆς ἁπανταχοῦ παρουσίας του καὶ ἂς καθαρίζουμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὰ κρυφὰ καὶ τὰ φανερὰ ἁμαρτήματά μας μὲ τὸ ἱερὸ Μυστήριο τῆς Ἐξομολογήσεως, ὥστε νὰ ἀντικρίσουμε ἱλαρὸ τὸ Πρόσωπο τοῦ Κυρίου κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία του.osotir.

TΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Ματθ. δ΄ 18-23) 14/6/2026

Μετάφραση τῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς
Τόν καιρόν ἐκεῖνον, καθώς περπατοῦσε ὁ Ἰησοῦς κοντά στή θάλασσα τῆς Γαλι-
λαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, τόν Σίμωνα, πού τόν ἔλεγαν Πέτρο, καί τόν Ἀνδρέα, τόν
ἀδελφό του, νά ρίχνουν δίχτυ στή θάλασσα, καθόσον ἦταν ψαράδες, καί τούς
λέγει: Ἀκολουθῆστε με, καί θά σᾶς κάνω ψαράδες ἀνθρώπων. Αὐτοί ἀμέσως ἄφη-
σαν τά δίχτυα καί τόν ἀκολούθησαν. Καί ὅταν ἀπομακρύνθηκε ἀπό ἐκεῖ, εἶδε
ἄλλους δύο ἀδελφούς, τόν Ἰάκωβο, γιό τοῦ Ζεβεδαίου, καί τόν ἀδελφό του
Ἰωάννη, μέσα στό πλοῖο μέ τόν πατέρα τους Ζεβεδαῖο, νά τακτοποιοῦν τά δίχτυα
τους, καί τούς κάλεσε. Αὐτοί ἀμέσως ἄφησαν τό πλοῖο καί τόν πατέρα τους καί
τόν ἀκολούθησαν. Ὁ Ἰησοῦς περιόδευε σέ ὅλη τή Γαλιλαία, δίδασκε στίς συνα-
γωγές τους, κήρυττε τό εὐαγγέλιο τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ καί θεράπευε κάθε
ἀσθένεια καί κάθε ἀδυναμία πού ὑπῆρχε στόν λαό.
(Ἡ Καινή Διαθήκη, τό πρωτότυπο κείμενο μέ νεοελληνική ἀπόδοση
τοῦ ὁμοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, ἔκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Ἡ πρόσκληση πού ἀπευθύνει ὁ Κύριος στούς πρώτους Μαθητές Του
εἶναι ἔργο τῆς βουλῆς καί τῆς προγνώσεως τοῦ Θεοῦ. Συναντᾶται μαζί
τους στόν χῶρο τῆς ἐργασίας τους, στήν θάλασσα τῆς Γαλιλαίας. Ὁ Σί-
μων Πέτρος καί ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας ἔριχναν τά δίχτυα τους στήν
θάλασσα. Ὁ Ἰάκωβος καί ὁ ἀδελφός του ὁ Ἰωάννης, μαζί μέ τόν πατέρα
τους τόν Ζεβεδαῖο, ἐπιδιόρθωναν τά δικά τους δίχτυα. Ὁ Χριστός τούς
καλεῖ νά τόν ἀκολουθήσουν καί τούς ὑπόσχεται ὅτι θά τούς κάνει ἁλιεῖς
ἀνθρώπων. Καί αὐτοί ἄφησαν τά δίχτυα, τό πλοῖο, τόν πατέρα τους, καί
τόν ἀκολούθησαν.
Τό κάλεσμα τοῦ Κυρίου καί ἡ ἀνταπόκριση τῶν μαθητῶν μᾶς παρα-
πέμπουν στήν κλήση τῶν Προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στό προφη-
τικό λειτούργημα. Ὅπως ἐκεῖνοι μέ τήν ἀφοσίωσή τους στόν Θεό καί
τήν συνείδηση ὅτι μιλοῦν ἐξ ὀνόματός Του ἐξήγγειλαν αὐθεντικά τό θέ-
λημά Του, ἔτσι καί οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ κηρύσσουν καί ἑρμηνεύουν
τό θεῖο θέλημα ἁλιεύοντας τούς ἀνθρώπους στήν πίστη καί τήν χριστια-
νική εὐσέβεια. Ἐμπιστεύονται ἀπόλυτα τόν Χριστό, παρά τίς ἀνθρώπι-
νες διακυμάνσεις καί μεταπτώσεις τους, τίς δυσκολίες τῆς ἀποστολικῆς
ζωῆς, τούς μόχθους, τίς ταλαιπωρίες, τούς ἀγῶνες. Γι’ αὐτό, ἄμεση καί
χωρίς ἐνδοιασμούς ἤ ὑπολογισμούς ἦταν ἡ ἀπόφασή τους νά ἀκολου-
θήσουν τόν Χριστό, ὁ Ὁποῖος, βέβαια, δέν τούς ἦταν ἄγνωστος, καθώς
ἀφηγεῖται ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης (1,35 κ.ἑξ.). Ἔτσι, ἡ ἀποδοχή τῆς
προσκλήσεως δέν ἦταν ἀπερίσκεπτη κατάφαση στό ἄγνωστο· ἦταν σάν
νά περίμεναν τήν κλήση τους στό ἀποστολικό ἔργο.
Πρόσκληση γιά μετοχή στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας
Ἡ λυτρωτική κλήση τοῦ Χριστοῦ δέν ἀπευθύνεται μόνο πρός τούς
τέσσερις μαθητές τῆς περικοπῆς μας· ἀπευθύνεται καί στούς ὑπόλοιπους ὀκτώ, στούς ἑβδομήκοντα, σέ ὅλους τούς πιστούς ὅλων τῶν αἰώ-
νων, σέ ἐμᾶς σήμερα καί σέ ὅσους πρόκειται νά ἔρθουν στήν ζωή ἕως
τῶν ἐσχάτων. Γιατί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι νά μετάσχει κάθε ἄνθρω-
πος στό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας καί ἔτσι νά μᾶς προσφέρει τήν ἀνείκα-
στη ἀγάπη Του καί τήν θεία ζωή Του· νά γίνει ἡ ζωή Του ζωή μας, νά κα-
ταποθεῖ «τό θνητόν ὑπό τῆς ζωῆς» (Β΄ Κορ. 5,4), καθότι ὁ Θεός «πάντας
ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α΄ Τιμ.
2,4), καί ἡ σχέση Του μέ τόν ἄνθρωπο εἶναι σχέση δημιουργίας, πρόνοι-
ας, σωτηρίας καί τελειώσεως, δηλαδή θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως
Ἡ ἀποδοχή τῆς προσκλήσεως τοῦ Χριστοῦ «δεῦτε ὀπίσω μου» συνε-
πάγεται τιμή καί εὐθύνη. Τιμή γιατί ὁ πιστός ἀποκτᾶ τό μέγιστο προνόμιο
νά ἀκολουθεῖ τόν Χριστό, ἡ ζωή του νά ἐμπνέεται ἀπό τίς πνοές τοῦ Ἁγί-
ου Πνεύματος, νά εἶναι μέλος τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, περιβεβλημέ-
νος τό χάρισμα τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας. Εὐθύνη γιατί ὀφείλει νά φυλάξει
ζωντανή τήν παρακαταθήκη τῆς πίστεως, νά ἀκτινοβολεῖ πρός πάντες τό
φῶς τοῦ Χριστοῦ γιά νά δοξάζεται ὁ Θεός, νά γίνεται διάκονος Ἰησοῦ
Χριστοῦ, κηρύσσοντας μέ τήν πίστη, τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν
ἀγάπη, τόν λόγο καί τήν σιωπή ὅτι ὁ Κύριος εἶναι «ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια
καί ἡ ζωή» (Ἰωάν. 14,6) καί νά μή σβήνει τήν φλόγα τῶν χαρισμάτων τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Θεσ. 5,19).
Τοιουτοτρόπως, ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου γεμίζει ἀπό τήν παράκληση
τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πληροῦται μέ ἐνθάρρυνση, αἰσιοδοξία, ἐλπίδα καί γίνεται ὁ πιστός ἁλιέας τῆς σαγήνης τοῦ Χριστοῦ ὄχι μόνον γιά τούς
ἄλλους ἀνθρώπους, ἀλλά καί γιά τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του.
Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ
Στό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, ἕνα ἀπό τά 27 βιβλία τῆς
Καινῆς Διαθήκης, ὁ Κύριος, μετά τήν Ἀνάσταση καί πρίν ἀπό τήν Ἀνάλη-
ψή Του, διαβεβαιώνει τούς μαθητές Του ὅτι θά λάβουν δύναμη ὅταν θά
ἔρθει σέ αὐτούς τό Ἅγιο Πνεῦμα καί, ἔτσι, θά γίνουν μάρτυρες δικοί
Του, θά καταθέσουν δηλαδή τήν καλή τους μαρτυρία γιά τόν Χριστό καί
τήν ἀλήθειά Του, στήν Ἱερουσαλήμ, σέ ὅλη τήν Ἰουδαία καί τήν Σαμά-
ρεια καί ὥς τά πέρατα τῆς γῆς (Πράξ. 1,8). Ἔτσι καί κάθε ἀληθινά πιστός
μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό Ὁποῖο «ὅλον συγκροτεῖ τόν θε-
σμόν τῆς Ἐκκλησίας», γίνεται μάρτυρας, προφήτης, ἀπόστολος, ἁλιέας,
κήρυκας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀναλόγως τοῦ μέτρου τῆς πίστεως καί τῆς
πνευματικῆς του καταστάσεως. Ἀρκεῖ ἡ ζωή του, ἡ σκέψη, ὁ ἀγώνας του
νά χαρακτηρίζονται ἀπό βαθειά, χριστιανική ταπεινοφροσύνη, πραότη-
τα, διάκριση καί ἀγάπη θυσιαστική, γιά νά μπορεῖ κι αὐτός νά ψελλίζει ἐν
Κυρίῳ· «Θεοῦ γάρ ἐσμεν συνεργοί» (Α΄ Κορ. 3,9).
Ἀρχιμ. Ν. Κ.ΦΩΝΗ ΚΥΡΙΟΥΑΠΟΣΤ. ΔΙΑΚΟΝΙΑ